Χειροτεχνήματα

Η συμβολή της γυναίκας των αρχών του 20ου αιώνα στην οικογένεια ήταν αποφασιστική και καθοριστική.
Είναι υπεύθυνη για την ομαλή λειτουργία του σπιτιού και προσπαθεί να καλύψει αποτελεσματικά κάθε ανάγκη που παρουσιάζεται στην οικογένεια.
Μαγειρεύει, πλένει, σιδερώνει, ράβει, μπαλώνει, είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη και την πρόοδο των παιδιών και φροντίζει τους γέροντες γονείς.
Συμμετέχει στον τρύγο, στο λιομάζωμα, στο θέρος στις αγροτικές και κηπευτικές δουλειές.
Ο ρόλος της γυναίκας στο χώρο της Λαογραφίας είναι ποικιλοτρόπως καθοριστικός αφού εκείνη καλείται σε κάθε τομέα της να συμμετέχει, να παράγει και να αναπαράγει, να δημιουργεί εκπληκτικά αντικείμενα τέχνης και πολιτισμού, να διασώζει ό,τι πολύτιμο και χρήσιμο υπάρχει.
Κεντάει, πλέκει, γνέθει, υφαίνει, ράβει δημιουργήματα τέχνης με αγάπη, με υπομονή, με φαντασία με σεβασμό στην παράδοση.
Τα χειροτεχνήματα δίνουν στον ερευνητή της Λαογραφίας πλούσιο υλικό για έρευνα και μελέτη γιατί πίσω απ’ αυτά διακρίνουμε στοιχεία ηθικής τάξης της κοινωνίας, τοπικά χαρακτηριστικά και συνήθειες, κοινωνική θέση, οικονομική κατάσταση αλλά κυρίως αγάπη και «μεράκι» για κάθε δημιουργία.


ΥΦΑΝΤΙΚΗ

Ο αργαλειός δεν είναι εφεύρεση των νεότερων χρόνων. Ήταν γνωστός από την εποχή του Ομήρου – 2700 π.Χ. – και μνημονεύεται συχνά τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια.
Ο αργαλειός ήταν αναπόσπαστο στοιχείο του Σπαταναίικου σπιτιού. Τον τοποθετούσαν κοντά σε παράθυρο αφ’ ενός για να υπάρχει άπλετο φως στο χώρο, αφ’ ετέρου για να βλέπει η υφάντρα έξω στο δρόμο και να σπάει τη μοναξιά της με λίγη κουβεντούλα.
Ήταν γενικός κανόνας ότι η γυναίκα – νοικοκυρά έπρεπε να ξέρει να κατεργάζεται τις πρώτες ύλες και να υφαίνει τις κουβέρτες, τις κουρτίνες, τα σεντόνια, τα χαλιά του σπιτιού αλλά και τα ρούχα των μελών της οικογένειας.


Προετοιμασία μαλλιού

Έπαιρναν το μαλλί από τους τσοπαναραίους, όταν κούρευαν τα πρόβατα, το ζεματούσαν σε καζάνι με βραστό νερό, το έπλεναν πολύ καλά και το στέγνωναν. Κατόπιν το «έξαναν» (άνοιγαν) με το χέρι να ξεκομπιάσει και να αφρατέψει και το έβαζαν στο «λανάρι» (στα χτένια) για να το χτενίσουν και να φτιάξουν τις «κούκλες» (μακρόστενες μπάλες από μαλλί).
Το «λανάρι» ήταν δύο πλάκες με συρμάτινα δόντια.
Μετά τον πόλεμο η διαδικασία αυτή γινόταν με ηλεκτρική μηχανή. Τέτοια μηχανή στα Σπάτα είχε η Σύρμω.
Τις κούκλες αυτές τις έβαζαν στις «ρόκες» ή «φούρκες» (μακρύ ξύλο με διχάλα στο πάνω μέρος) και τις έγνεθαν με το «αδράχτι» (λεπτό μακρόστενο ξύλο) και το «σφοντίλι» (ξύλινος κώνος στο κάτω μέρος του αδραχτιού για βάρος) και έφτιαχναν κλωστή χοντρή για τα χράμια, μέτρια για τις τσέργες, τα καραμελωτά και τα μπαστά και ψιλή για τα σεντόνια και τις μαξιλαροθήκες.
Έβγαζαν την κλωστή από τ’ αδράχτι έτοιμη σε κουβάρια και στην ανέμη τύλιγαν τις «βάντες» έτοιμες για βαφή. Η βαφή γινόταν σε μεγάλα καζάνια με καυτό νερό και διάφορα χρώματα.
Τα χρώματα τα αγόραζαν από το γυρολόγο τον μπάρμπα Νικόλα και αργότερα από τον Κυρ-Πέτρο (τον «αυγουλά» που αντάλλασσε χρώματα με αυγά). Έφτιαχνε και μόνη της η νοικοκυρά χρώμα όπως το κίτρινο του ηλιοτρόπιου που το ονόμαζαν «λιοτρόπι» με το νερό από το ζεμάτισμα του μαλλιού την «άλκα».


Η διαδικασία της ύφανσης αρχίζει…

Τις βαμμένες βάντες τις έβαζαν στην ανέμη και με το μαγκάνι γέμιζαν τα μασούρια (τύλιγαν την κλωστή γύρω σε κομμάτια από καλάμι).
Τα μασούρια με τη μάλλινη κλωστή τα χρησιμοποιούσαν για υφάδι (φάρδος υφαντού).
Σε ορισμένα χράμια, τα λεγόμενα «σοκοφίσια», έβαζαν μαλλί και σαν στιμόνι (μάκρος υφαντού) για να δώσουν μεγαλύτερο «πέλος» στο υφαντό.
Για το μάκρος του υφαντού έριχναν το διασίδι με τον εξής τρόπο: Στο δρόμο ή σε μεγάλες αυλές τοποθετούσαν παλούκια αντικριστά σε απόσταση μεταξύ τους τόση όσα τα κομμάτια που ήθελαν να φτιάξουν. Έβαζαν τα μασούρια στις σιδερένιες βέργες ενός ξύλινου εργαλείου (το «κλουβί») και το πήγαιναν πέρα – δώθε για να τυλίξουν την κλωστή γύρω από τα παλούκια. Έπαιρναν τη μία άκρη και τύλιγαν τις κλωστές που είχαν δημιουργηθεί κατά μήκος και κατά πλάτος σ’ ένα χοντρό στρογγυλό μύλο «το αντί».
Το «αντί» το τοποθετούσαν στο πίσω μέρος του αργαλειού.
Κατόπιν έπαιρναν τις άκρες από το αντί, τις στράβωναν μεταξύ τους με καλάμια και τις περνούσαν μία – μία πρώτα στα μιτάρια και κατόπιν στα χτένια, όπου τις στερέωναν στο «παραντί» (χοντρό στρογγυλό ξύλο στο μπροστινό μέρος του αργαλειού). Εκεί τύλιγαν τον αργαλειό.


Ένα υφαντό γεννιέται….

Η υφάντρα καθόταν μπροστά στον αργαλειό και ύφαινε με τη σαΐτα που ήταν περασμένο το μασούρι. Πάταγε τα ποδαρικά εναλλάξ για να διασταυρώνονται οι κλωστές και κτυπούσε δυνατά με το χτένι για να γίνει κρουστό το υφαντό.
Στερέωνε το πλάτος του υφαντού με τη «σίγκλα» (σιδερένιο μέτρο) για να φτιάξει ίσια ούγια. Επειδή το φάρδος του υφαντού ήταν μικρό έραβαν 3 ή 4 ή 5 κομμάτια για κουβέρτες – σεντόνια – χαλιά. Άλλο είδος υφαντού ήταν οι «κουρελούδες» όπου έφτιαχναν το υφάδι από υφάσματα που περίσσευαν. Τα έκοβαν στενές λωρίδες, τα τύλιγαν στα μασούρια και τα ύφαιναν.
Επαγγελματίες υφάντρες στα Σπάτα ήταν η Μαρία Μάρκου (Μπινιάρη), Σταμάτω Μπάτρη, Γεώργα (Λίγδαινα), Δήμητρα Αποσπόρη (Τσίγκραινα), Μαρία Μπίμπιζα (Μαλιόκαινα), Μανώλαινα Τούντα, Κατερίνα Στεργίου, Νώνταινα Kώστα.


«Έχει έρθει ο ντριστιλιάρης στου Νικογκινοσάτη να έρθουτε να πάρουτε τα ρούχα»

Τα χράμια μετά την ύφανση τα έστελναν στην νεροτριβή («ντριστίλια») να περάσουν μέσα από το νερό που γύριζε ώστε να «πετάξουν» πέλος.
Νεροτριβές υπήρχαν στην Λειβαδιά.
Τη μεταφορά προς και από τη νεροτριβή αναλάμβαναν «οι ντριστιλιάρηδες». Ο ντελάλης ειδοποιούσε τους κατοίκους να τα πάνε ή να πάρουν τα υφαντά τους. Για να μη μπερδεύονταν ή χάνονταν τα χράμια κάθε υφάντρα έβαζε το μονόγραμμά της σε μία άκρη.
Σπίτια όπου συγκεντρώνονταν τα χράμια ήταν του Νίκου Γκινοσάτη, του Στάθη Αποσπόρη και του Βασίλη Γκίκα.



Η υφάντρα στον αργαλειό της δημιουργούσε αριστουργήματα απαράμιλλης και μοναδικής λαϊκής τέχνης όπως:

  • • Χράμια χοντρά με ρίγες ή με κεφάλια – ρίγες στα δύο άκρα ή μονόχρωμα.
  • • Μεσοσέντονα μάλλινα ή βαμβακερά.
  • • Καραμελωτά (ύφανση που σχημάτιζε μικρά τετραγωνάκια σαν καραμέλες).
  • • Μπαστά μονόχρωμα με κέντημα στις δύο άκρες.
  • • Πάντες διακοσμητικές.
  • • Τσέργες ριγέ ή μονόχρωμες με κεφάλια.
  • • Κουρελούδες πολύχρωμες.
  • • Πεσκίρια (βαμβακερά προσόψια – πετσέτες για κάθε χρήση).
  • • Τραπεζομάντηλα με πετσέτες.
  • • Μεσάλες (πετσέτες για τις πινακωτές).
  • • Κατσούλες για τους άντρες.
  • • Ταγάρια για τη δουλειά.
  • • Σακιά – σακολέβες για τα στάρια.
  • • Εσώρουχα για τα μέλη της οικογένειας.
  • • Πληχούρα για να κεντήσουν την νυφική φορεσιά.
  • • Δίμιτο για ανδρικά παντελόνια και σακάκια.

Εικόνες από Υφαντά



«ΧΕΙΡΩΝ ΕΡΓΑ»

Το κέντημα

Τα κεντήματα φτιάχνονταν για το στολισμό του σπιτιού και για «προίκα» στα ανύπανδρα κορίτσια.
Ταξινομούνται στα:

Κοφτά ή Λευκά

Τύπωναν το σχέδιο πάνω σε βαμβακερό λευκό ύφασμα (συνήθως χασέ) και το κεντούσαν με βελονιά κουμπότρυπα.
Τα λευκά κεντήματα, που προορίζονταν για την προίκα, τα κεντούσαν με βελονιές φιλτιρέ, αζούρ, ανεβατό, κοφτό, απλικέ και άλλα. Κεντούσαν το μονόγραμμα του γαμπρού ή της νύφης στα μαντηλάκια χειρός, έβαζαν δαντέλα και τα έδιναν δώρο στους συμπεθέρους στο γάμο ή τον αρραβώνα.
Τα νυχτικά όπως και τα εσώρουχα της νύφης ήταν κεντημένα.

Σταυροβελονιά

Την κεντούσαν με πολύχρωμες κλωστές DMC σε λεπτό ύφασμα (εταμίν ή μαρκιζέτα).

Χρωματιστά

Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν υφαντά, μεταξωτά μαροκαίν, βαμβακερά και με βελονιές ανεβατό, ρίζα, βυζαντινή, γαζωτή, ριχτή, κομπάκι ή σκουληκάκι και πουά – ντομπρ.
Χρησιμοποιούσαν κλωστές DMC, μουλινέ ματσάκια, κουβαράκια ΚΑΜΠΑΝΑ, μπαμπακάκια σε άσπρο χρώμα και φλος. Η παραδοσιακή φορεσιά κεντιόταν σε υφαντό ύφασμα (πληχούρα) με μεταξωτές και χρυσές κλωστές.
Γυναίκες που ασκούσαν επαγγελματικά την κεντητική τέχνη στη μηχανή ήταν οι: Μηλιά Δήμα – Τσαντήλα, η Ελένη Βλαστάρη και η Σοφία Αποσπόρη.


Το πλέξιμο

Συνήθως έπλεκαν οι πιο μεγάλες γυναίκες του σπιτιού είδη διακόσμησης ή χρηστικά.
Με το βελονάκι: έπλεκαν κουβέρτες βαμβακερές για το νυφικό κρεβάτι, τραπεζομάντηλα, κουρτίνες, καρέδες, σεμέν, πετσετάκια, δαντέλες, ατραντέδες.
Χρησιμοποιούσαν βαμβακερά κουβαράκια ή κούκλες σε μπέζ ή άσπρο χρώμα.
Για το χειμώνα έπλεκαν με μάλλινες πολύχρωμες κούκλες κουβέρτες, ζακέτες, πουλόβερ, σκουφιά, μεσοφόρια, κάλτσες, κασκόλ.
Με τις βελόνες: έπλεκαν ζακέτες, πουλόβερ, γιλέκα, γάντια, με επεξεργασμένο και βαμμένο από τις ίδιες μαλλί, που έπαιρναν από τους τσοπάνηδες όταν κούρευαν τα πρόβατα – αν δεν είχαν δικά τους πρόβατα.
Αργότερα έπαιρναν έτοιμο μαλλί – «κοτσίδα» και «προβατάκι» το έλεγαν – το έγνεθαν στη ρόκα χοντρό ή ψιλό ανάλογα τη χρήση του.
Με τη βελόνα του ραψίματος: έπλεκαν δισκόπανα, καρέ, δαντέλες.


Το κοπανέλλι

Το κοπανέλι είναι φίνα δαντέλα και η κατασκευή του δείγμα μεγάλης αξιοσύνης της γυναίκας.
Η αγορά του ήταν δείγμα οικονομικής ευχέρειας επειδή πουλιόταν πολύ ακριβά.
Πλεκόταν πάνω σ’ ένα σκληρό στρογγυλό μαξιλάρι, «το κουσούνι», γεμισμένο με άχυρο και επενδεδυμένο με χαρτόνι. Στο χαρτόνι στερεωνόταν το σχέδιο του κεντήματος. Στα μικρά μακρόστενα ξυλάκια – «τα κοπανέλια» – τυλιγόταν η κλωστή η οποία ήταν πάρα πολύ ψιλή λευκή ή εκρού.
Τα κοπανέλια τα στερέωναν με καρφίτσες πάνω στο σχέδιο και έπλεκαν σύμφωνα με αυτό.
Οι κάθετες κλωστές (7 ή 8 ζεύγη) χρησίμευαν σαν στιμόνι.
Τα δύο πλαϊνά ζεύγη ένθεν και ένθεν χρησίμευαν σαν υφάδι.
Στη Κερατέα και στο Κορωπί υπήρχαν σχολές χειροτεχνίας που μάθαιναν νεαρά κορίτσια την σπάνια αυτή τεχνική.
Στα Σπάτα οι αδελφές Λόη (Ελένη Χελιώτη και Δήμητρα Μάρκου) έφεραν την τέχνη τους το 1924.
Η θαυμάσια αυτή τεχνική «της δαντέλας» με κοπανέλι δυστυχώς στην πόλη μας έχει εκλείψει.


Το ράψιμο

Γυναίκα που δεν ήξερε να ράβει δεν ήταν νοικοκυρά. Με τη βοήθεια των μηχανών SINGER είτε χειροκίνητες (1910) είτε αργότερα ποδοκίνητες (1925) έραβαν τα ρούχα των μελών της οικογένειες ή τα μπάλωναν.
Τα νεαρά κορίτσια μάθαιναν την τέχνη του ραψίματος κοντά σε έμπειρες επαγγελματίες του χωριού όπως η Δημητρούλα Γκινοσάτη, η Αντωνία Αντριώτη, Γεωργία και Ελένη Μπέλλου, Ευαγγελία Σαρίκα, Ελένη Βλαστάρη, Αγγελική Καμπουρίδη, Μαρία του Νάλλιου.

Τα Έργα των Χειρών της Σπαταναίας νοικοκυράς με την πάροδο των χρόνων δεν ξεχάστηκαν σε κάποιο μπαούλο ούτε πετάχτηκαν στο καλάθι της λησμονιάς.
Τα «προικιά» των προγόνων μας τα προικοδοτούμε στα δικά μας παιδιά με την ευχή να τα δώσουν στα παιδιά τους, για να συνεχιστεί έτσι η λαϊκή μας κληρονομιά.
Η κληρονομιά του γνήσιου, του αυθεντικού και του μοναδικού σε συνδυασμό με την αγάπη και το «μεράκι» του δημιουργού.


Εικόνες από «Χειρών Έργα»