Νοοτροπίες & Αντιλήψεις

 

Αν θελήσουμε να γνωρίσουμε μια ομάδα ανθρώπων που κατοικούν στον ίδιο τόπο και έχουν κοινή καταγωγή, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τον τρόπο σκέψης τους, τις πεποιθήσεις τους, τις προκαταλήψεις τους, τις αξίες τους, τις νοοτροπίες τους και τις αντιλήψεις τους. Όλα τα παραπάνω καθορίζουν τη συμπεριφορά και τη δράση των ανθρώπων μιας κλειστής κοινωνίας.
Η νοοτροπία και το ήθος της ζωής των Μεσογειτών, συνοψίζεται σε μια και μόνο φράση: ‘‘’Αστου ετσούαμ, άστου ντο τε λλιμ’’ (‘‘έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τ’ αφήσουμε’’).
Γράφει σχετικά ο Παιανιώτης Γεώργιος Χατζησωτηρίου στο βιβλίο του ‘‘Κοντά στο Χτεσινό Μεσογείτη’’:
«Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η εμμονή στα παλιά (μερικές φορές ανώφελη και επιζήμια), αυτή η δυσκολία στην αφομοίωση για κάτι καινούργιο; γιατί αυτή η έντονη ροπή προς το συντηρητισμό, γιατί η δέσμευση, η αποστροφή, ο φραγμός, η αμυντική θωράκιση απέναντι σε νέες ιδέες, σε αλλιώτικους ανέμους; από δισταγμό άραγε περπατήματος προς το άγνωστο, ή από συναισθηματισμό, από νοσταλγία, από σεβασμό στο παρελθόν;
…Πείσμα λοιπόν, στενοκεφαλιά ή εθελούσια καθυπόταξη στη συνήθεια; Δεν το ξέρουμε… Αυτό όμως που γνωρίζουμε είναι ότι υπάρχει αυτή η ‘‘ευλαβικά’’ αυστηρή και απαρέγκλιτη τήρηση της τοπικής συνήθειας. Καλό ή κακό; ή και τα δύο μαζί; εσείς κρίνετε. Εγώ δεν ξέρω…’’

Η οικογένεια

Η παραδοσιακή οικογένεια του 19ου αι. λειτούργησε υπηρετώντας βασικές αξίες όπως του σεβασμού και της υπακοής στους μεγαλύτερους, την τήρηση των ηθών και έχοντας σαν βασικό στόχο την επιβίωση των μελών της και την ‘‘προκοπή’’, την αύξηση δηλαδή της καλλιεργήσιμης γης.
Με τον όρο ‘‘οικογένεια’’, εννοούμε όχι μόνον τους γονείς με τα παιδιά τους αλλά και τα συγγενικά πρόσωπα που βρίσκονταν κάτω από την ίδια στέγη.Η ιεραρχία και οι σχέσεις μεταξύ των μελών της απετέλεσε μέρος της έρευνάς μας.

Η ιεραρχία

Ο παππούς (αρβ. πλιάκ) και η γιαγιά (αρβ. πλιάκα), ήταν οι μεγαλύτεροι στην οικογένεια. Η γνώμη τους είχε βαρύτητα και τα λόγια τους σοφία και εμπειρία ζωής. Όλα τα μικρότερα σε ηλικία μέλη, τους σέβονταν και τους φιλούσαν το χέρι.
Ο γιός τους, συνήθως ο πρωτότοκος, είχε το κουμάντο του σπιτιού. Ήταν ο οικονομικός διαχειριστής, καλλιεργούσε την περιουσία, έδινε τα χρήματα για τα έξοδα του σπιτιού, φρόντιζε να προικίσει και να παντρέψει τις μικρότερες αδελφές και τα αδέλφια του και αργότερα τα παιδιά του. Όταν αυτά μεγάλωναν τον προσφωνούσαν ‘‘γέρο’’, παρόλο που δεν ήταν πάνω από 40 ή 50 χρόνων. Σ’ αυτή την ηλικία παρέδιδε το ζωνάρι του στο μεγαλύτερο γιό του με την ευχή ‘‘ν’ αυγατίσει την περιουσία’’. Εκείνος με τη σειρά του γινόταν το αφεντικό του σπιτιού (αρβ.‘‘ζοτ-ι-στέπισε’’). Είχε την ευθύνη, τη ‘‘σειρά’’, για τις αγροτικές δουλειές και τα οικογενειακά θέματα. Συμβουλές και παραινέσεις δεχόταν μόνον από τον πατέρα του. Αντίρρηση στις αποφάσεις του δεν ‘‘χώραγε’’. Σπάνια επηρεαζόταν από τη γυναίκα του, που εθεωρείτο πρόσωπο σεβαστό, επειδή ήταν η πρώτη νύφη (αρβ.νούσεα επάρ) της οικογένειας. Την σέβονταν οι νεότερες νύφες που έμπαιναν στην οικογένεια, καθώς και οι κόρες του σπιτιού.
Ο μπάρμπας και η θειάκα ήταν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συγγενείς. Τα παιδιά προσφωνούσαν όλους τους μεγαλύτερους ‘‘θεία και θείο’’, από σεβασμό, χωρίς να υπάρχει απαραίτητα οικογενειακή συγγένεια.
Κάποιες οικογένειες ‘‘έπαιρναν’’ ένα κορίτσι ή ένα αγόρι, συνήθως ορφανά, για να τους βοηθούν στις δουλειές του σπιτιού ή στις έξω δουλειές, θεωρώντας πως έτσι ‘‘έκαναν ψυχικό’’. Δεν τα υιοθετούσαν επίσημα αλλά πολύ συχνά τα προίκιζαν και τα πάντρευαν σαν δικά τους παιδιά. Τα ψυχοπαίδια ένοιωθαν γι’ αυτούς μεγάλη αγάπη και ευγνωμοσύνη που τους την ανταπέδιδαν σε κάθε ευκαιρία.

Η Μεσογείτισσα

Αφανής και διακριτικός-εκ πρώτης όψεως-ο ρόλος της Μεσογείτισσας συζύγου και μάνας. Στην πραγματικότητα όμως τη χαρακτήριζε ο δυναμισμός και η εργατικότητα. Βασικός ρυθμιστής των ενδοοικογενειακών σχέσεων με πολλαπλούς ρόλους, της κόρης, της νύφης, της συζύγου, της μάνας και της πεθεράς.
Ως κόρη, απ’ την ημέρα της γέννησής της, ένοιωθε το ‘‘βάρος’’ που ήταν για τους γονείς της. ‘‘Μπελάς είναι το κορίτσι στο σπίτι, τη μεγαλώνεις, την ταίζεις, την ντύνεις, της φτιάχνεις τα προικιά, σου παίρνει την περιουσία και φεύγει να πάει σ’ άλλο σπίτι για να φροντίσει και να γηροκομίσει τα πεθερικά της. Ούτε τ’ όνομά σου κρατάει, ούτε δούλεψε για ν’ αυγατίσουν τα υπάρχοντά μας’’ έλεγαν γι’ αυτήν.
Ως νύφη τα πεθερικά της την περιμένουν σαν ‘‘άμισθη’’ υπηρέτρια. Αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το νοικοκυριό του σπιτιού με τις υποδείξεις και τις εντολές της πεθεράς της. ‘‘Νύφη μου, όχι όπως τάξερες αλλά όπως τα βρήκες’’, είναι η πρώτη υπόδειξη της πεθεράς. Έχει υποχρέωση να δουλεύει στο σπίτι-και έξω απ’ αυτό-να περιποιείται τα μικρότερα αδέλφια του άνδρα της και να γεννάει…αγόρια!!!
Ως σύζυγος, είχε υποχρέωση να υπακούει και να σέβεται τον άνδρα της και την οικογένειά του. Παρεξηγήσεις, καυγάδες, κουτσομπολιά απαγορεύονταν. ‘‘Αν σηκώσεις κεφάλι, θα πας στη μάνα σου’’ της έλεγαν όλοι.
Ως μάνα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην πίεση που δεχόταν και στην αγάπη των παιδιών της. Η Μεσογείτισσα μάνα τα μεγάλωνε με αγάπη, με στοργή, με υπομονή, επειδή ένοιωθε ότι τα παιδιά της ήταν τα μόνα που της ανήκαν ολοκληρωτικά. Δεν επέτρεπε σε κανέναν να παρέμβει στο μεγάλωμά τους. Ο τροχός της ζωής όμως γυρίζει και όταν η ίδια γινόταν πεθερά, ξεκινούσε και πάλι ο ίδιος κύκλος.
Κάθε κύκλος όμως είναι πιο γλυκός και πιο χαλαρός από τον προηγούμενο. Κάθε γενιά βιώνει διαφορετικές συνθήκες με αποτέλεσμα να αλλάζουν οι άνθρωποι και οι συμπεριφορές τους. Πάντα προς το καλύτερο. Τουλάχιστον έτσι θέλουμε να πιστεύουμε.

Ο Μεσογείτης

Για το Μεσογείτη οικογενειάρχη υπήρχαν αρχές και άγραφοι νόμοι που εφαρμόζονταν πιστά και με θρησκευτική ευλάβεια. Παρέκκλιση αυτών δεν επιτρεπόταν!
Βασική αρχή ο σεβασμός στην ηλικία. Όλοι σέβονταν και υπάκουαν τους μεγαλύτερους και αυτοί τους γεροντότερους. Οι ‘‘γέροι’’ είχαν πάντα τον τελευταίο λόγο. Τους γηροκομούσαν με αγάπη και φροντίδα γιατί αλλιώς θα ‘‘έμπαιναν στα στόματα του κόσμου’’. Η Μεσογείτικη κοινωνία δεν δεχόταν παρεκτροπές…
Θα δίνεται ίσως η εντύπωση πως η συμπεριφορά του Μεσογείτη ήταν ωμή, βάρβαρη, απότομη, σκληρή. Έτσι ήταν. Άσχετα αν ο ίδιος συμφωνούσε ή όχι, η αυστηρή κοινωνία καθόριζε τις συμπεριφορές. Αυτό που δεν μπορούμε όμως να του αμφισβητήσουμε ήταν η ‘‘ντομπροσύνη’’ του γιατί, ό,τι έλεγε ήταν αληθινό και χωρίς περιστροφές. Δεν ήξερε από διπλωματίες, υπεκφυγές και ψευτιές. Έπαιρνε την ευθύνη των λόγων και των πράξεών του. ‘‘Αρβανίτικο κεφάλι’’, έλεγαν οι ‘‘ξένοι’’ που τον συναναστρέφονταν. Ο λόγος του συμβόλαιο (‘‘μπέσα’’) και η αντίληψη της τιμής του Ευαγγέλιο.

Οι σχέσεις των παιδιών με τους γονείς ήταν σχέσεις στοργής και αυστηρότητας. Φρόντιζαν να μην τους λείπει το φαγητό, τα ρούχα και η βασική σχολική εκπαίδευση. Απ’ αυτά απαιτούσαν υπακοή και δουλειά. Η αγωνία τους ήταν να μην βγουν τεμπέληδες. Γι αυτό και τα έβαζαν από μικρά στη δουλειά. Τα κορίτσια έκαναν όλες τις δουλειές του σπιτιού και φρόντιζαν τα μικρότερα αδέλφια και τα αγόρια πήγαιναν στα χωράφια με τον πατέρα.
Όταν συζητούσαν οι μεγάλοι τα παιδιά όχι μόνον απαγορευόταν να πάρουν το λόγο αλλά έβγαιναν διακριτικά από το δωμάτιο. ‘‘Όταν οι μεγάλοι συζητούν, τα παιδιά σιωπούν’’, έλεγαν.
Τα ‘‘παιδιά’’ (αγόρια) μεγάλωναν με μεγαλύτερη ελευθερία από τα κορίτσια. Σ’ αυτά επιτρεπόταν να παίζουν στους δρόμους και στις αλάνες, να τσακώνονται, να φωνάζουν, να βρίζουν. Τα κορίτσια έπαιζαν μόνο στις αυλές των σπιτιών τους κουτσό και κουμπάρες.
Ο πατέρας μιλούσε και συμβούλευε τους γιούς και η μάνα τις κόρες. Αν ήθελε ο πατέρας να παρατηρήσει τα κορίτσια του το έλεγε στη γυναίκα του, την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για την αγωγή τους.
Εκεί που έσμιγε όλη η οικογένεια ήταν η ώρα του βραδινού φαγητού. Δεν ήταν βέβαια ώρα για κουβέντα (‘‘όταν τρώνε δεν μιλάνε’’ έλεγαν), αλλά βλέπονταν όλοι μαζί και ‘‘έτρωγαν από το ίδιο τσουκάλι’’. Ήταν κι αυτό μια μορφή επικοινωνίας μεταξύ των μελών μιας τυπικής Μεσογείτικης οικογένειας.

Οι σχέσεις μεταξύ αδελφών ήταν σχέσεις αγάπης και ενδιαφέροντος. Τ’ αγόρια πρόσεχαν τις αδελφές τους, αν και ασκούσαν κι αυτά μια μορφή εξουσίας πάνω τους. Τα κορίτσια τη δέχονταν, αφενός γιατί ένοιωθαν την προστασία και την ασφάλεια που τους παρείχαν, αφετέρου γιατί πίστευαν ότι τα πάντα γίνονταν ‘‘για το καλό τους’’.

 

Οι σχέσεις με τους συγχωριανούς ήταν σχέσεις συγγένειας. Μέσα στο χωριό κανείς δεν ήταν άγνωστος. Ήταν αδέλφια, νυφάδες, συμπεθέροι, κουμπάροι, γειτόνοι και ξαδέλφια (από πρώτα έως και τέταρτα!). Κρατούσαν επαφές με όλους, αντάλλασσαν επισκέψεις και νοιάζονταν ο ένας για τον άλλο. Οι όποιες αντιδικίες σχετικά με περιουσιακά θέματα, ή υποχωρούσαν στο όνομα της συγγένειας, ή κρατούσαν για μια ζωή.

Οι σχέσεις με τους ‘‘ξένους’’ ήταν δύσκολες και αραιές. Συνήθως είχαν επαφές με τους εμπόρους κρασιών από την Αθήνα, τους οποίους καλοδέχονταν και ‘‘έσφαζαν και κόκορα’’ για να τους τραπεζώσουν. Τους είχαν ανάγκη για να πάρουν το μούστο (‘‘το πράμα’’).

Η διαφορά αντιλήψεων και τρόπου ζωής, μεταξύ του Μεσογείτη χωριάτη και του αστού, ήταν η πηγή της δημιουργίας λανθασμένων εντυπώσεων και χαρακτηρισμών. Με τα μάτια του αστού φαινόταν ότι ο Μεσογείτης ήταν αφιλόξενος και απόμακρος. Μπορεί να φαινόταν έτσι, αλλά δεν ήταν. Ας δούμε ένα παράδειγμα πολύ απλό. Όταν ερχόταν κάποιος ‘‘ξένος’’ στο σπίτι, χαιρετούσε ‘‘δια χειραψίας’’ όλα τα μέλη της οικογένειας. Αυτή η απλή χειραψία προκαλούσε αμηχανία, γέλια και κοροϊδία μεταξύ των μελών. Και πώς να μην χλευαστεί αυτή η, κατά τον αστό, φυσιολογική συμπεριφορά όταν ο Μεσογείτης έδινε το χέρι του μόνον σε γάμους και κηδείες;
Όταν ο αστός ερχόταν στο χωριό με υπεροψία και εγωισμό, φυσικό ήταν να αντιμετωπίζεται με καχυποψία και απόρριψη. Κατά κοινή ομολογία των παλαιοτέρων, η επίσκεψη, η φιλοξενία, το τραπέζωμα, γινόταν πάντοτε από τον χωριάτη και σχεδόν ποτέ αντίστροφα. Μιλάμε για φιλοξενία μονόπλευρη και με άδεια χέρια! Όταν ο Μεσογείτης επισκεπτόταν τον Αθηναίο μέσα στο ταγάρι του είχε ζυμωτό ψωμί, αυγά, τυριά, κρασί και σφαγμένη κότα, τα οποία έπαιρνε μαζί… με το ταγάρι!!!
Αντίθετα δημόσιοι λειτουργοί όπως δάσκαλοι, ιερείς, αστυφύλακες, δημόσιοι υπάλληλοι, που ήρθαν και εργάστηκαν στο χωριό, αγκαλιάστηκαν με πολύ αγάπη, βοηθήθηκαν ηθικά και οικονομικά και πρόκοψαν αυτοί και τα παιδιά τους. Μέχρι και σήμερα τα παιδιά και τα εγγόνια τους, ευγνωμονούν τους κατοίκους για τη στήριξη που παρείχαν στους δικούς τους.

Τα συνοικέσια με ‘‘ξένους’’ ήταν σπάνια και μόνον όταν υπήρχε σπουδαίος λόγος. Αν δηλαδή η κόρη ήταν πριν αρραβωνιασμένη, αν ‘‘είχε ακουστεί’’, ή αν είχε κάποιο σωματικό ελάττωμα, ή ήταν χήρα. ‘‘Το καλό αρνί πουλιέται στον τόπο του’’, έλεγαν. Τα συνοικέσια όμως μεταξύ των Μεσογείτικων χωριών ήταν πολλά και φυσικά καλοδεχούμενα.
Συμπερασματικά, οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών αντιλήψεων και νοοτροπιών ήταν για την παλιά εποχή αν όχι αδύνατες, πολύ δύσκολες και προβληματικές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και εξαιρέσεις που επιβεβαίωναν τον κανόνα.

Οι σχέσεις νύφης και πεθεράς ισορροπούσαν σε τεντωμένο σχοινί. Η συμβίωση δημιουργούσε κόντρες. Η Μεσογείτισσα πεθερά, σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν ή πολύ ‘‘καλή’’, ή πολύ ‘‘κακιά’’. Στην πρώτη περίπτωση παρέδινε την ‘‘εξουσία’’ στη νύφη και καθόταν στην άκρη, όχι από καλοσύνη αλλά από πονηριά και διπλωματικότητα. Μ’ αυτόν τον τρόπο περνούσε τα μηνύματά της με χαμόγελο και γλύκα και για τον κόσμο η νύφη, σ’ αυτή την περίπτωση, ήταν η κακιά. Η ‘‘κακιά’’ πεθερά ήταν η αφέντρα και η νοικοκυρά του σπιτιού. ‘‘Όπως τα βρήκες, όχι όπως τάξερες’’, έλεγε στη νύφη της. Δεν της έδινε εξουσίες για να μην της ‘‘πάρει τον αέρα’’ και τη μεταχειριζόταν σαν δουλικό. Εκείνη την αποκαλούσε ‘‘μάνα’’ και ζητούσε την άδειά της για όλα. Άλλωστε, από κορίτσι, είχε μάθει από το σπίτι της να υπακούει. ‘‘Έσκυβε το κεφάλι και έκανε υπομονή’’.

Οι σχέσεις πεθεράς και σώγαμβρου ήταν αρμονικές, ιδανικές, θα λέγαμε, γιατί για να πάει κάποιος σώγαμβρος σήμαινε ότι δεν υπήρχε γιός στην οικογένεια. Ο άνδρας ήταν αξιοσέβαστο πρόσωπο και η πεθερά τον αγαπούσε και τον φρόντιζε, αφενός για να περνάει καλά η κόρη της, αφετέρου γιατί φοβόταν μην τους φύγει. Άνδρας ήταν. Ευέξαπτος, ανεξάρτητος και ελεύθερος να κάνει αυτό που ήθελε, απηλλαγμένος από τις προκαταλήψεις της εποχής.
Λεγόταν από την πεθερά:
‘‘Έχω έναν καλό γαμπρό, που τα πάει όλα στο χέρι της κόρης μου, έχω και μια γαϊδούρα νύφη, που τα περιμένει όλα από το γιό μου’’.

 

Προίκα- Κληρονομιά
Στην παλιά Μεσογείτικη οικογένεια τα παιδιά παντρεύονταν κατά σειρά ηλικίας και πάντα προηγούνταν τα κορίτσια. Εθεωρείτο ντροπή να παντρευτεί πρώτα ο αδελφός και ν’ αφήσει πίσω του ανύπανδρες ‘‘αδελφάδες’’. Πολλοί έμειναν ανύπανδροι επειδή δεν μπόρεσαν να τις αποκαταστήσουν.
Όταν τα κορίτσια έφταναν σε ηλικία γάμου και άρχιζαν ‘‘να έρχονται’’ τα προξενιά, ο πατέρας με τους γιούς συζητούσαν και αποφάσιζαν ‘‘τί θα δώσουν προίκα’’. Οι γονείς θεωρούσαν το θεσμό της προίκας σαν εκδήλωση αγάπης, ενδιαφέροντος αλλά και υποχρέωσης προς το παιδί τους, που ξεκινούσε να φτιάξει τη ζωή του.
Πριν γίνει ο αρραβώνας, ο πατέρας της κοπέλας έγραφε σ’ ένα χαρτί (λαδόχαρτο, χασαπόχαρτο), ‘‘τί είχε σκοπό να τάξει’’. Ξεκινούσε με τα οικιακά σκεύη (τεντζερέδες, καζάνια, ταψιά, τηγάνια), το ρουχισμό (χράμια, τσέργες, σεντόνια, πετσέτες), το ‘‘νάχτι’’ (μετρητά σε δραχμές ή λίρες) και στο τέλος έγραφε τα χωράφια, τα αμπέλια (σε στρέμματα) και τις ελιές (σε ρίζες).
Αν ο πατέρας του γαμπρού συμφωνούσε, έδιναν τα χέρια και προχωρούσαν στον αρραβώνα. Πριν το γάμο συντασσόταν από τον πατέρα της νύφης και του γαμπρού το προικοσύμφωνο. Πριν το 1900, τα προικοσύμφωνα συντάσσονταν από τον ιερέα ή το δάσκαλο του χωριού γιατί ελάχιστοι ήσαν εγγράμματοι. Αργότερα σε συμβολαιογράφο στην Αθήνα ή στο Κορωπί παρουσία τουλάχιστον δύο μαρτύρων. Χαρακτηριστικό είναι ότι πριν την περιγραφή των προικώων προηγούνταν πάντα εκκλησιαστικές ευχές.
Οι γυναίκες διατηρούσαν την κυριότητα της προίκας και μετά το γάμο και δεν μπορούσε να πουληθεί τίποτα χωρίς τη συναίνεσή τους. Κάποιες φορές που ο γαμπρός θεωρούσε τον εαυτό του αδικημένο ζητούσε και ‘‘πανωπροίκι’’ από τον πεθερό του με την απειλή να του στείλει πίσω την κόρη του αν δεν ενέδιδε.
Ο γέρος Μεσογείτης τα ‘‘καλά’’ αμπέλια, αυτά δηλαδή που έκαναν πολύ σταφύλι και ήταν κοντά στο χωριό, τα κρατούσε για τα ‘‘παιδιά’’ (αγόρια) θεωρώντας ότι αυτοί συνέβαλλαν με τη δούλεψή τους στην αύξηση της πατρικής περιουσίας. Τα πιο μακρινά και άγονα, ή αυτά που ήταν κοντά στη θάλασσα και τα χτυπούσε η αρμύρα, τα έδινε στους γαμπρούς του…
Η περιουσία μοιραζόταν εξίσου στ’ αγόρια της οικογένειας, εκτός του υστερότοκου-συνήθως- γιού που έμενε και κληρονομούσε το πατρικό σπίτι, με την υποχρέωση να γηροκομίσει τους γέροντες γονείς του.
Ο γέρο πατέρας μοίραζε την περιουσία του εν ζωή και ‘‘δια λόγου’’ μέχρι να παντρευτούν όλα του τα παιδιά. Κρατούσε και ο ίδιος τη μερίδα του για τα γεράματά του που, μετά το θάνατό του συνήθως, αυτή η μερίδα ‘‘έμενε στο σπίτι’’.
Σε περίπτωση που δεν ζούσε ο πατέρας το μοίρασμα της περιουσίας γινόταν από τη μάνα και τον πρωτότοκο γιό. Αν κάποιος πέθαινε και δεν είχε κληρονόμους, η περιουσία του πήγαινε στ’ αδέρφια του ή στ’ ανήψια του.
Η διανομή της πατρικής περιουσίας πριν, ή μετά το θάνατο του γονιού, παρουσίαζε αρκετές δυσκολίες. Μεταξύ των αδελφών προβάλλονταν αξιώσεις άλλοτε υπέρμετρες και παράλογες, άλλοτε σωστές και δίκαιες που γίνονταν αιτία για τσακωμούς και ψυχρότητες που κρατούσαν πολλές φορές μια ζωή.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις καθοριστικός ήταν ο ρόλος του γερο-πατέρα που η επιθυμία και ο λόγος του ήταν ισχυρός και σεβαστός απ’ όλους.
‘‘Εθά τάτα’’(το είπε ο πατέρας) έλεγαν, έσκυβαν το κεφάλι, του φιλούσαν το χέρι και έπαιρναν την ευχή του.

Εθιμικό δίκαιο

Το εθιμικό δίκαιο διαμορφώθηκε κατ’ έθιμο και σύμφωνα με μια μακρόχρονη, ομοιόμορφη και συνεχή εφαρμογή του από την κοινωνία, που δεν το έχει θεσπίσει με γραπτό νόμο η πολιτεία.
Στην Ελλάδα από το 1835 γίνεται δεκτό το έθιμο, ως πηγή δικαίου. Το εθιμικό δίκαιο πηγάζει από την ψυχή του λαού και είναι ζωντανό και εύπλαστο. Ο λαός το νοιώθει σαν το δικό του δίκαιο.

Μνηστεία-Γάμος
Ο γάμος στο χωριό τα παλιά χρόνια ήταν ίσως το πιο σημαντικό γεγονός, αφενός για το ζευγάρι που ξεκινούσε τη νέα του ζωή, αφετέρου γιατί όλη η τοπική κοινωνία ζούσε στους ρυθμούς του επικείμενου γεγονότος.
Εδώ δεν θ’ ασχοληθούμε με τα έθιμα της γαμήλιας τελετής, αλλά με τις συνήθειες που επικρατούσαν, πίστευαν και τηρούσαν όλοι ‘‘δίκην νόμου’’. Κανείς δεν διανοήθηκε ούτε να τις αμφισβητήσει, ούτε να παρεκκλίνει απ’ αυτές. ‘‘Άστου ετσούαμ, άστου ντο τε λλιμ’’ (έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τ’ αφήσουμε), έλεγαν.
Πριν αποφασίσουν οι γονείς με ποιά κοπέλα θ’ αρραβωνιάσουν το γιό τους ‘‘περνούσαν από κόσκινο’’ αυτήν, την οικογένειά της και το σόι της. ‘‘Νιερί γκα σόι έδε κεν γκα σταν’’ (άνθρωπο από σόι και σκυλί από στάνη), έλεγαν. Έπρεπε να ήσαν σίγουροι τί θα ‘‘πάρουν’’. Την κοπέλα την ήθελαν να είναι ντόπια, αλλά και σεβαστική, λιγομίλητη, οικονόμα και τίμια. Πρόσεχαν το ζευγάρι να μην έχει συγγένεια μεταξύ του (επιτρεπόταν από τρίτα ξαδέρφια και πάνω) και δεν έπρεπε να έχει τον ίδιο νονό γιατί θεωρούνταν πνευματικά αδέρφια.
Η αρραβωνιασμένη μέχρι να παντρευτεί δεν πήγαινε στο σπίτι των πεθερικών της, σε αντίθεση με το γαμπρό που την επισκεπτόταν συχνά. Το ζευγάρι δεν εμφανιζόταν δημόσια και δεν έμενε ποτέ μόνο του. Στο πανηγύρι ή στην Κυριακάτικη βόλτα συνοδευόταν πάντα από συγγενείς.
Σε περίπτωση που ο αρραβώνας διαλυόταν, τα ‘‘κεράσματα’’ (κοσμήματα και λίρες) επιστρέφονταν πίσω.
Το μυστήριο του γάμου γινόταν στο σπίτι ή στην ενορία της νύφης και αν ήταν ‘‘ξένη’’, στο χωριό της. Ο γαμπρός δεν επιτρεπόταν να συναντήσει τη νύφη δεκαπέντε ημέρες πριν το γάμο. Το νυφικό ήταν δώρο του πατέρα προς την κόρη του και όχι του γαμπρού, έθιμο που ισχύει μέχρι τις μέρες μας, σε αντίθεση με ό,τι συνηθίζεται στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Οι μητέρες των μελλονύμφων δεν παρευρίσκονταν στο μυστήριο, όπου κουμπάρος συνήθως ήταν ο νονός του γαμπρού, ή κάποιος άλλος που επίσης επέλεγε ο γαμπρός. Στο γαμήλιο γλέντι, στο σπίτι του γαμπρού, συμμετείχαν μόνον οι στενοί συγγενείς, ενώ αντίθετα, τα ‘‘προικιά’’ και τα έπιπλα της νύφης τα έβλεπε όλο το χωριό! Οι συγγενείς της νύφης συμμετείχαν στο γαμήλιο γλέντι αλλά αποχωρούσαν πριν τα μεσάνυχτα για να συνεχίσουν στο πατρικό της σπίτι όπου γλεντούσαν μόνοι τους τρώγοντας, χορεύοντας και πίνοντας ως το χάραμα.
Σε περίπτωση έκτακτου πένθους παντρεύονταν αλλά το γαμήλιο γλέντι γινόταν μετά από τρεις μήνες.
Μαρτυρίες αναφέρουν ότι, πριν το 1920, η νύφη κρεμούσε το νυφιάτικο σεντόνι σε κοινή θέα, αποδεικτικό παρθενίας και αγνότητας. Αργότερα φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε αυτό το έθιμο. Αν η νύφη ήταν έγκυος πριν το γάμο της-πολύ σπάνιο για την εποχή-η τελετή του γάμου γινόταν Πέμπτη ή Σάββατο και όχι Κυριακή, ενώ η μεταφορά της προίκας το Σάββατο το πρωί. Προσπαθούσαν όλα να γίνουν με συνοπτικές διαδικασίες και να περάσει αυτός ο γάμος όσο το δυνατόν απαρατήρητος. Το παιδί που είχε συλληφθεί πριν την τέλεση του γάμου λεγόταν ‘‘πρωϊμάδι’’ (πριν την ώρα του), χαρακτηρισμός που το συνόδευε υποκρύπτοντας θυμηδία.
‘‘Καλή’’ νύφη εθεωρείτο αυτή που γεννούσε ‘‘παιδιά’’, δηλαδή αγόρια. Το πρώτο αρσενικό παιδί ήταν χαρά, ευτυχία και καμάρι για τον πατέρα. Θα διαιώνιζε τη φαμίλια και τη γενιά. Το όνομα της οικογένειας θα συνεχιζόταν στην αυλόπορτα και στα κοφίνια (όπου συνηθιζόταν να αναγράφονται τα αρχικά γράμματα του ονοματεπωνύμου). Το πρώτο αγόρι ‘‘κληρονομούσε’’ και το παρωνύμιο (παρατσούκλι).
Μετά το γάμο η νέα νύφη ακολουθούσε την πεθερά της στη βρύση του χωριού, στο ‘‘Πούσι Γκέρε’’, όπου έριχνε ένα νόμισμα στο πηγάδι κάνοντας μια ευχή. Σε δεκαπέντε ημέρες μετά το γάμο, η πεθερά συνόδευε τη νύφη της στην εκκλησία, όπου την έβαζε να καθίσει στο στασίδι της.
Όταν η νύφη τακτοποιούσε την προίκα της, σε ένδειξη σεβασμού, δώριζε στην πεθερά της ένα ρούχο από το νυφιάτικο γιούκο της, όπως σεντόνι ή πετσέτα.
Κλεισμένη πίσω από τον ψηλό μαντρότοιχο του σπιτιού της, η νύφη δεν επιτρεπόταν να βγει ούτε για ψώνια στα μαγαζιά της αγοράς με μοναδική εξαίρεση τις ημέρες του πανηγυριού. Υποχρέωσή της ήταν η πλήρης αφοσίωση και υποταγή στα πεθερικά και στον άνδρα της, του οποίου το όνομα έπρεπε να τιμά και ‘‘εν ζωή’’ και ‘‘μετά θάνατον’’. Δεν είναι τυχαίο ότι οι γυναίκες μετά το γάμο τους αποκαλούνταν με το όνομα του άνδρα τους, όπως: Γιώργαινα, Μήτσαινα, Τάσαινα, Ντρίκαινα κ.ά.
Η Μεσογείτισσα αμέσως μετά το γάμο της εντασσόταν ολοκληρωτικά στην οικογένεια του άνδρα της.

Το κλέψιμο της κόρης

Στην επιλογή της νύφης ή του γαμπρού του παιδιού τους την πρώτη και τελευταία λέξη την είχαν πάντα οι γονείς.
Ακόμη και στην περίπτωση που το ζευγάρι γνωριζόταν από πριν, ή ήταν ερωτευμένο, όλα έπρεπε να γίνουν σωστά για τα μάτια του κόσμου. Να προηγηθεί δηλαδή προξενιό και να συμφωνήσουν πρώτα οι γονείς. Άν οι γονείς δεν συμφωνούσαν με την επιλογή του παιδιού τους, συνήθως για κοινωνικούς ή οικονομικούς λόγους, το κλέψιμο της νύφης ήταν μονόδρομος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν σπάνιο γεγονός και όταν συνέβαινε, σχολιαζόταν επί ημέρες στο χωριό. Το ζευγάρι, πριν προχωρήσει σ’ αυτή τη λύση, έπρεπε να το σκεφτεί καλά καθότι οι γονείς το τιμωρούσαν με αποκλήρωση και απομόνωση. Παντρεύονταν μόνοι σε κάποιο ξωκκλήσι και συγκατοικούσαν με τους γονείς του γαμπρού που τους ‘‘μάζευαν’’. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι γονείς της κοπέλας δεν τους ξαναμιλούσαν ποτέ. Στην καλύτερη περίπτωση μετά τη γέννα του πρώτου παιδιού, η μάνα ‘‘μαλάκωνε’’ και πήγαινε στην κόρη της. Ο πατέρας ποτέ!!!
Οι συνέπειες του ‘‘κλεψίματος’’ ήταν οδυνηρές κι έτσι οι ερωτευμένοι νέοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να το αποφύγουν.

Το διαζύγιο

Δεν υπήρχε μεγαλύτερη ντροπή για την οικογένεια της κοπέλας, να ‘‘στείλουν το κορίτσι πίσω στη μάνα της’’. Ήταν ντροπή για τους γονείς που μεγάλωσαν ‘‘ανάξια’’ κόρη, αλλά και στίγμα για την ανύπανδρη αδελφή της που, ‘‘κι αυτή σαν την αδελφή της θάναι’’…
Σπάνια έφευγε η γυναίκα από το σπίτι του άνδρα της γιατί δεν είχε πού να πάει. Έστω κι αν υπέφερε τα πάνδεινα από την οικογένεια του άνδρα της αλλά και από τον ίδιο ακόμα, όπως ξυλοδαρμούς, πείνα, προσβολές δεν τολμούσε να το εκμυστηρευτεί στους δικούς της, γιατί εκείνοι της έλεγαν: ‘‘να γυρίσεις στον άνδρα σου, γιατί αυτή ήταν η τύχη σου’’.
Τα διαζύγια στο χωριό ήταν απειροελάχιστα. Πολλά όμως ανδρόγυνα συζούσαν κάτω από την ίδια στέγη αναγκαστικά, χωρίς αγάπη και συντροφικότητα γιατί οι αρχές της εποχής δεν επέτρεπαν σε κανέναν να παρεκκλίνει απ’ αυτές.

Η χηρεία

Ο χήρος με παιδιά, όταν συμπληρωνόταν ένας χρόνος από το θάνατο της γυναίκας του, με την προτροπή των δικών του ξαναπαντρευόταν για να έχει το σπίτι νοικοκυρά και τα παιδιά του φροντίδα.
Η χήρα με παιδιά δεν ξαναπαντρευόταν και δεν έβγαζε τα μαύρα μέχρι να πεθάνει. Μεγάλωνε μόνη της τα παιδιά της με τη βοήθεια των γονιών της ή των αδελφών της. Καλλιεργούσε τα κτήματα είτε μόνη της, με τη βοήθεια εργατών, είτε τα έδινε ‘‘μεσιακά’’ (τα καλλιεργούσε άλλος και έπαιρνε τη μισή παραγωγή).
Δεν συμμετείχε σε κοινωνικές εκδηλώσεις ή στο πανηγύρι του χωριού από φόβο μήπως επικριθεί και την κακολογήσουν ότι ‘‘δεν τιμά τη μνήμη του άνδρα της και παντρολογιέται’’. Αντίθετα έπρεπε να προστρέχει στις κηδείες, να μοιρολογεί και να στέλνει χαιρετίσματα στον πεθαμένο άνδρα της.
Με την ενηλικίωση του γιού της ήταν επιβεβλημένο να του παραδώσει την ‘‘αρχηγία’’ και το ‘‘κουμάντο’’ της οικογένειας, γιατί διαφορετικά κρινόταν πολύ αυστηρά από τον κοινωνικό περίγυρο. Το προσωνύμιο ‘‘χήρα’’ τη συνόδευε σ’ όλη της τη ζωή και έτσι αναγραφόταν και στο δημοτολόγιο, σε αντίθεση με τον άνδρα που δεν αναγραφόταν σαν ‘‘χήρος’’. Μέχρι και σήμερα στο ονοματεπώνυμο της χήρας υπάρχει ο χαρακτηρισμός π.χ. Ελένη χήρα Δημητρίου…
Η πολιτεία έθεσε και εξακολουθεί να θέτει τη σφραγίδα της στην ήδη διαμορφωμένη από την κοινωνία αντίληψη.

Η υιοθεσία

Η ατεκνία του ζευγαριού ήταν ‘‘προνόμιο’’ της γυναίκας. Αυτή ήταν ‘‘στέρφα’’ και είχε την αποκλειστική υπαιτιότητα που δεν έκανε παιδιά… Υπήρχαν περιπτώσεις που ο άνδρας έδιωχνε τη γυναίκα του επειδή δεν μπορούσε να του κάνει απογόνους. Συνήθως όμως προχωρούσαν στη διαδικασία της νόμιμης υιοθεσίας με κάποιο παιδί, κυρίως κορίτσι, από το συγγενικό τους περιβάλλον (του αδερφού ή της αδελφής) για να ‘‘έχει το ίδιο αίμα’’, να τους γηροκομίσει και να τους κληρονομήσει.
Οι γονείς δεν είχαν αντίρρηση να δώσουν ένα από τα πολλά κορίτσια γιατί έτσι ελάφραιναν οικονομικά. Άλλωστε θα το έβλεπαν καθημερινά να μεγαλώνει και θα το καμάρωναν.

Η αντίληψη της τιμής

‘‘Η τιμή, τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει’’
Η τιμή και η υπόληψη για τον παλιό Μεσογείτη ήταν προσωπική-οικογενειακή και συλλογική υπόθεση. ‘‘Θέλω το κούτελό μου καθαρό’’, έλεγαν. Πώς θα έβγαιναν ‘‘στον κόσμο’’ αν ακούγονταν λόγια γι’ αυτούς;
Η οικογενειακή τιμή ήταν συνυφασμένη με την παρθενία των κοριτσιών και την εντιμότητα και την εργατικότητα των αγοριών.
Τιμή σήμαινε σεβασμός στους γονείς, δικαιοσύνη στις σχέσεις με τους άλλους, τήρηση λόγου και υπόσχεσης, ανταπόδοση υποχρέωσης, αποπληρωμή χρεών, αγάπη για τον τόπο, βοήθεια στους πάσχοντες, ήθος, εντιμότητα και περηφάνεια.
Τιμή σήμαινε να δουλεύεις, να στερείσαι, να μοχθείς για να διατηρήσεις τη γη των παππούδων σου και να την ‘‘αβγαταίνεις’’. Ήταν μεγάλη ντροπή να ‘‘βάζεις κορδέλα’’ και να πουλάς τη γη και το μόχθο των γερόντων.
Ποτέ τα Μεσόγεια δεν ‘‘έβγαλαν’’ κακοποιά στοιχεία και ποτέ δεν ανέχτηκαν ανθρώπους με σοβαρές παραβατικές συμπεριφορές. Μαρτυρίες για εγκλήματα τιμής δεν αναφέρονται.
Η αντίληψη της τιμής ήταν ταυτισμένη με την τάξη και την ηθική. Τελεία και παύλα.