Τοπική Φορεσιά

Η νυφική ή γιορτινή φορεσιά των Σπάτων φορέθηκε από τα τέλη του 19ου αι. μέχρι τις αρχές του 20ου αι. και ξεχωρίζει για την τέχνη με την οποία είναι δουλεμένη, τον πλούτο των υλικών και των χρωμάτων της και δίκαια κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις ανάμεσα στις φορεσιές της υπόλοιπης Ελλάδας.
Η έμφυτη φιλαρέσκεια της γυναίκας, η κλίση της προς τον καλλωπισμό μαζί με την αξιοσύνη της στον αργαλειό, το ράψιμο και το κέντημα, δημιούργησαν αριστουργήματα, που κατά το μεγαλύτερο μέρος ανήκουν στο χώρο της οικιακής χειροτεχνίας, επηρεασμένα άμεσα από τις τοπικές πατροπαράδοτες συνήθειες.
Η μητέρα του κοριτσιού της οικογένειας άρχιζε να υφαίνει και να κεντάει τη νυφική φορεσιά του, όταν αυτό ήταν ακόμη 10-12 χρονών. Αφ’ ενός γιατί κόστιζε, αφ’ ετέρου γιατί ο χρόνος κατασκευής ήταν μεγάλος.
Η φορεσιά φοριόταν για πρώτη φορά στο γάμο κι έπειτα σαν γιορτινή μέχρι την απόκτηση του πρώτου παιδιού.
Μετά φυλασσόταν με επιμέλεια ως κειμήλιο. Αν παντρεμένη γυναίκα πέθαινε σε νεαρή ηλικία, την έθαβαν με τη φορεσιά της.



Σύμφωνα με τη λαογράφο Αγγελική Χατζημιχάλη η Μεσογείτικη φορεσιά «ανήκει σ’ αυτές με το σιγκούνι» και αποτελείται με τη σειρά που φοριούνταν από:

Το φούντι:

Μονοκόματο μακρύ, αμάνικο, βαμβακερό πουκάμισο του αργαλειού (πλιχούρα), με κεντημένο ποδόγυρο σε γεωμετρικά σχέδια και έντονα μεταξωτά χρώματα με κυρίαρχο μοτίβο το βελανίδι (λίσι) και παραστάσεις με νύφες που χορεύουν (νούσεζες) και συμπεθέρες (κρούσκεζες).Ειδική τεχνίτρα η «μαΐστρα» σχεδίαζε το περιχάραμα και ξεκινούσε το κέντημα. Το συνέχιζε η κοπέλλα που θα το φορούσε. Επικρατούσε το κόκκινο χρώμα που συμβόλιζε την αγνότητα της νύφης αλλά και το μπλε, το κεραμιδί, το πράσινο και λεπτομέρειες με χρυσές κλωστές. Υπήρχαν και χρυσοκέντητα φούντια. Το ύψος του κεντήματος στο φούντι, κυμαινόταν από 10 – 70 εκ. ανάλογα με την οικονομική ευχέρεια της οικογένειας της νύφης.


«Φούντι» Λατινογενής λέξη που σημαίνει βάθος, τελείωμα, το κάτω μέρος.


Η μπλούζα:

Λευκή, αμάνικη βαμβακερή μπλούζα με κοφτό ασπροκέντημα ή δαντέλες που δενόταν με δύο κορδόνια στο λαιμό και φοριόταν πάνω από το φούντι.



Ο τζάκος:


Κοντό, υφαντό, χρωματιστό ή χρυσοκέντητο είδος μπούστου με διπλά πυκνοκεντημένα μανίκια που κάλυπταν τα χέρια κατά τα ¾ και κατέληγαν σε χειροποίητη δαντέλα τη «μπιμπίλα» ή σε λευκή κοφτή ασπροκέντητη δαντέλα με πιέτες. Τα κεντητά σχέδιά του σχημάτιζαν «μαστραπάδες» (πέταλα γαρίφαλλου) . Έκλεινε κάτω από το στήθος με περίτεχνη καρφίτσα την «καρφώμα».



Η σιγκούνα:

Αμάνικος, σκουρόχρωμος, ολοκέντητος εξωτερικός επενδύτης από μάλλινο ύφασμα επεξεργασμένο στη νεροτριβή για να γίνει χοντρό και πηχτό. Με χρυσοκέντητα «προφίλια» φοριόταν στο γάμο. Κεντιόταν από ειδικές τεχνίτρες, τις μαΐστρες, με μάλλινες κλωστές μαύρου, μπλε και πράσινου χρώματος. Θεωρείται ο αρχαϊκότερος τύπος σιγκουνιού ανάμεσα στα σιγκούνια που συναντάμε στις ελληνικές φορεσιές. Φοριόταν πριν αντικατασταθεί από τη γρίζα.



Η γρίζα:

Αμάνικος εξωτερικός επενδύτης από λευκό μάλλινο ύφασμα και βαθύ βυσσινί βελούδο με χρυσοκέντημα από έλικες που σχημάτιζαν φυτικά μοτίβα. Τις έραβαν οι «γριζούδες και η «συρμακέσσα» έριχνε τα χρυσάφια.



Το ζωνάρι:

Μάλλινο υφαντό με λεπτές ρίγες συνήθως κόκκινου χρώματος, μήκους 2,50 μ. και πλάτους 0,15 εκ. Τυλιγόταν στη μέση καλύπτοντας τη λεκάνη.



Η ποδιά:

Λευκό βαμβακερό ύφασμα με δαντέλες και κοφτό ασπροκέντημα ή σούρες και πιετάκια. Δενόταν στη μέση και έφτανε ως εκεί που άρχιζε το φούντι.


Κεφαλόδεσμος

Τα μαλλιά της η νύφη, που πολλές φορές έφταναν μέχρι τη μέση της, δείγμα υγείας και ομορφιάς, τα χώριζε με χωρίστρα, που άρχιζε από το μέτωπο και τελείωνε στον αυχένα.  Τα έπλεκε σε δύο χοντρές κοτσίδες και τα στόλιζε με τα πεσκούλια. Ο κεφαλόδεσμος της μεσογείτικης φορεσιάς είναι το μόνο στοιχείο που δεν είναι υφασμένο από τα χέρια της Μεσογείτισας, όπως τα άλλα κομμάτια της. Αποτελείται από το κόκκινο τσεμπέρι, το σταμπωτό μαντήλι και το νυφικό πέπλο «τη μπόλια».



Τα πεσκούλια ή μασούρια:

Νυφικό στολίδι για τα μαλλιά φτιαγμένο από πλεξίδες με μεταξοκλωστές (μπρισίμ), δεμένες σε ασημένιες βάσεις που τις έφτιαχνε ο χρυσικός. Τα πεσκούλια ήταν η νοητή συνέχεια των φυσικών μαλλιών και στόλιζαν θαυμάσια την πλάτη της νύφης.


Το κόκκινο τσεμπέρι:
Βαμβακερό κόκκινο τριγωνικό τσεμπέρι με τσόχινο ρέδι. Κάλυπτε το κεφάλι, κυκλικά σαν στεφάνι και φοριόταν από την κοπέλα για πρώτη φορά την ημέρα του γάμου της.

Το σταμπωτό μαντήλι:
Ζωγραφιστό λαδοπράσινο μαντήλι με μπουκέτα λουλουδιών, στολισμένο με πιργέλια στο τελείωμά του. Το αγόραζαν από τις «μαντηλούδες» ή τους «μαντηλάδες» και φοριόταν πάνω από το τσεμπέρι.



Η μπόλια:

Νυφιάτικο κεφαλοκάλυμμα. Εκρού, ολομέταξο, αραχνοΰφαντο, μακρόστενο (έως 2,50 μ. μάκρος και 0,50 πόντους φάρδος) πέπλο, κύριο γνώρισμα της παντρεμένης γυναίκας. Στις στενές της πλευρές ήταν ραμμένες «οι θέκες», πλεκτές χρυσές δαντέλες που κατέληγαν σε κρόσια. Ήταν το δώρο του γαμπρού στη νύφη για το γάμο.


Τα παπούτσια:

Κλειστές χρυσοκέντητες ή χρωματιστές υφαντές παντόφλες, που συνδυάζονταν χρωματικά με το φούντι, και φοριούνταν με λευκές κάλτσες.


Κοσμήματα:

Απαραίτητο συμπλήρωμα της νυφικής μεσογείτικης φορεσιάς ήταν τα κοσμήματα που τη συνόδευαν και αποτελούσαν μια ξεχωριστή ποικιλία σε σχέση μ’ αυτά που συναντά κανείς στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Εντυπωσιακά δημιουργήματα αργυροχόων συνδυασμένα με επίχρυσα νομίσματα, ημιπολύτιμες πολύχρωμες πέτρες και μινιατούρες, που τα καθιστούν μοναδικά.
Ήταν φτιαγμένα σύμφωνα με τη δύσκολη και λεπτεπίλεπτη συρματερή τεχνική που απαντάται στη λαϊκή και την εκκλησιαστική αργυροχοΐα.
Το ασήμι χυνόταν σε λεπτά σύρματα. Μ’ αυτά ο τεχνίτης, με τις κατάλληλες συγκολλήσεις, σχημάτιζε πολύπλοκα και περίτεχνα σχέδια που έμοιαζαν, όταν τελείωναν, με αργυρόπλεχτη δαντέλα.
Χωρίζονται σε κοσμήματα κορμού, κεφαλής και χεριών.


Κοσμήματα κορμού

Το δίχτυ:

Επιστήθιο δικτυωτό πλέγμα με γυάλινες ή μεταλλικές χάντρες σε ασημί και χρυσό χρώμα, που στο τελείωμά του κρέμονταν φλουριά.



Το γιορντάνι:

Επίχρυσο επιστήθιο κόσμημα με συρματερή τεχνική και χρωματιστές πέτρες. Αποτελείτο από σειρά πλακιδίων στο κάτω μέρος των οποίων κρέμονταν φλουριά και στο μέσον τους ρομβόσχημο πλακίδιο με κεντρικό στοιχείο το σταυρό.



Το κορδόνι:

Το εντυπωσιακότερο κόσμημα της νυφικής μεσογείτικης φορεσιάς. Ένα αλυσιδωτό, μακρύ, πολύπλοκο στολίδι με ρόδακες, τις «ντούμπλες», διακοσμημένο με μινιατούρες και ημιπολύτιμες, πολύχρωμες πέτρες. Αποτελείτο από 2-24 ρόδακες ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας της νύφης.



Η καρφίτσα του τζάκου ή καρφώμα:

Επιχρυσωμένη καρφίτσα συρματερής τεχνικής με χρωματιστές πέτρες που τοποθετείτο στο κλείσιμο του τζάκου.


Κοσμήματα κεφαλής

Το ξελίκι:

Επιμετώπιο κόσμημα με επιχρυσωμένες πλάκες συρματερής τεχνικής και χρωματιστές πέτρες, που κατέληγε σε μια σειρά φλουριά. Στερεωνόταν στο κόκκινο τσεμπέρι και ήταν δώρο της πεθεράς στη νύφη.


Καρφίτσα κεφαλής μονή:

Κόσμημα στολισμένο με χρωματιστές πέτρες, που συγκρατούσε τη μπόλια.



Καρφίτσες κεφαλής σε ζεύγος:

Ζεύγος καρφιτσών που κοσμούσε το πίσω μέρος της μπόλιας και ενωνόταν με αλυσίδα από την οποία κρέμονταν νομίσματα.


Κοσμήματα χεριών

Μπεζελίκι:

Κόσμημα του καρπού. Αποτελείτο από δύο σκαλιστές ασημένιες πλάκες που ενώνονταν μεταξύ τους με σειρές αλυσίδων και κούμπωναν με μεγάλες ασημένιες πρόκες.



Βραχιόλι:

Ρομβόσχημο κόσμημα του καρπού διακοσμημένο με χρωματιστές πέτρες.



Την περίοδο της βασιλείας του Γεωργίου του Α΄και της βασίλισσας Όλγας, (1863-1913), η γυναικεία φορεσιά της Αττικής, πολυτελώς παραλλαγμένη, στάθηκε το πρότυπο για το επίσημο αυλικό ένδυμα.


Μεσογείτικη φορεσιά του γαμπρού

Η γαμπριάτικη φορεσιά, σε αντιδιαστολή με τη γυναικεία ήταν ιδιαίτερα λιτή, διατηρώντας σοφά μια δυναμική ισορροπία μοναδικής αισθητικής στην εικόνα του ζευγαριού.
Τα κομμάτια που την αποτελούσαν είναι:
Η πουκαμίσα:
Μακρύ, λευκό, λεπτό, βαμβακερό πουκάμισο με πιέτες, όρθιο γιακά, ανοικτό στο μπροστινό μέρος που έκλεινε με κουμπιά.
Το πανωβράκι:
Είδος παντελονιού από υφαντό, δίμιτο που έφτανε ως τη μέση της γάμπας. Φαρδύ στο πάνω μέρος και εφαρμοστό στα γόνατα.
Το γιλέκο:
Αμάνικο κοντό γιλέκο από υφαντό δίμιτο σε χρώμα μπλε ή μαύρο σταυροκούμπωτο με πλεκτά κουμπιά. Το χειμώνα ο γαμπρός φορούσε μάλλινη ζακέτα την «καμιζόλα».
Το ζωνάρι:
Μακρύ μάλλινο ή μεταξωτό κόκκινο ζωνάρι για τη μέση.
Τα τίρκια:
Υφαντές περικνημίδες από μπλε τσόχα που κάλυπταν τα πόδια. Έκλειναν στο πίσω μέρος με κόπιτσες, ενώ μια λωρίδα που περνούσε κάτω από το παπούτσι τις κρατούσε στη θέση τους.
Ο κούκος:
Είδος στρατιωτικού πηλίκιου με γείσο από τσόχα σε μπλε χρώμα. Μ’ αυτό ο γαμπρός κάλυπτε το κεφάλι του.
Ο γαμπρός χτένιζε τα μαλλιά του με χωρίστρα, ενώ το μουστάκι ήταν απαραίτητο στοιχείο της αρρενωπότητάς του.


Εικόνες από Φορεσιές



Εικόνες από Κοσμήματα