ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα η αγροτική οικονομία των Σπάτων στηρίζεται σε μεθόδους καλλιέργειας που θυμίζουν Μεσαίωνα. Ο ελάχιστος κλήρος που αναλογούσε σε κάθε οικογένεια, τα πρωτόγονα μέσα καλλιέργειας, ο μεγάλος αριθμός ακτημόνων και οι τεράστιες μοναστηριακές και ιδιωτικές εκτάσεις γύρω από το χωριό που εκμεταλλεύονταν οι καλόγεροι και οι τσιφλικάδες, συνέθεταν μια εικόνα κάθε άλλο παρά ευχάριστη για την προοπτική ανάπτυξης της περιοχής.
Μετά το 1920 και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και το «στρατιωτικό κίνημα» των βενιζελικών αξιωματικών, επιτάχυναν την προετοιμαζόμενη από το 1917 αγροτική μεταρρύθμιση.
Οι μεγάλες γαιοκτησίες πέρασαν στην κυριότητα του δημοσίου και παραχωρήθηκαν «στους αναγκαστικούς εποικιστικούς συνεταιρισμούς» στους οποίους το Γραφείο Επικοισμού του Υπουργείου Γεωργίας παρέδιδε το απαλλοτριωμένο κτήμα.

Έτσι το 1923 οι ακτήμονες καλλιεργητές των Σπάτων συγκροτούν το Συνεταιρισμό Αποκατάστασης Ακτημόνων Καλλιεργητών (Σ.Α.Α.Κ. Βουρβά), στα μέλη – δικαιούχους του οποίου, παραχωρούνται ανάλογα με το μέγεθος της οικογένειας 40-42 στρέμματα απαλλοτριωμένης μοναστηριακής γης. Η γη χωρίστηκε σε τρεις κατηγορίες (Α΄-Β΄-Γ΄) ανάλογα με τη θέση των αγροτεμαχίων και την ποιότητα του εδάφους. Παραχωρήθηκε επίσης κλήρος έκτασης έξι στρεμμάτων στους «παλαιούς πολεμιστές». Οι αποκατασταθέντες αγρότες ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν το αντίτιμο του κλήρου τους στο δημόσιο εντός εικοσαετίας, σε είκοσι δόσεις, με τόκο 8%. Μέχρι ν’ αποπληρωθούν δεν μπορούσαν ούτε ν’ αγοράσουν ούτε να πουλήσουν τα κτήματα.
Η εξαγορά του υπόλοιπου κτήματος Βουρβά («του αγρίου») συνολικής έκτασης 10.734 στρεμμάτων από τη Μονή Πεντέλης έλυσε οριστικά το ιδιοκτησιακό πρόβλημα στα όρια της κοινότητας Σπάτων και αποκατέστησε το σύνολο του πληθυσμού ως μικροϊδιοκτήτες – καλλιεργητές οι οποίοι στράφηκαν στην παραδοσιακή καλλιέργεια δημητριακών προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες διατροφής των οικογενειών τους.
Τον 20ο αιώνα η πλειοψηφία των αγροτικών εκμεταλλεύσεων παραμένει μικρή, πολυτεμαχισμένη και πολλές φορές παθητική με αποτέλεσμα η αγροτική οικονομία της περιοχής να μην παράγει πλεόνασμα, που θα μπορούσε να επενδυθεί σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Αντιθέτως οι παραγωγικές δαπάνες (αγροεφόδια, κόστος παραγωγής, μισθοί εποχικών εργατών, καλλιεργητικά δάνεια) ξεπερνούσαν το πλεόνασμα των καλλιεργήσιμων εκτάσεων.
Τον 21ο αιώνα η οικοπεδοποίηση, η αυθαίρετη δόμηση, η εγκατάσταση του διεθνούς αεροδρομίου και ο εξαστισμός οδήγησαν στη συρρίκνωση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και τη μεταβολή της φυσιογνωμίας του τοπίου.

Ο κάμπος

Η πεδιάδα των Μεσογείων καθορίζεται από τις λεωφόρους Μαραθώνος και Λαυρίου. Στο Βόρειο τμήμα της βρίσκεται ο δήμος Σπάτων με τον κάμπο του.
Από την απελευθέρωση του έθνους μέχρι τις αρχές του αιώνα, όλα αυτά τα χρόνια, πάσχιζαν οι πρόγονοί μας να ημερώσουν ένα τόπο με σχίνα, θάμνους, βελανιδιές και πέτρες.
Το εισόδημα πενιχρό και η φτώχεια μεγάλη.
Όργωναν όλη μέρα με τ’ άλογα, άνοιγαν πηγάδια, ξέθαβαν πέτρες για να κτίσουν μάντρες και σπίτια.
Παρ’ όλο που με τα χρόνια μετέτρεψαν την άγονη γη σε γόνιμη η απόδοση των χωραφιών σε σχέση με την κοπιαστική εργασία απέδιδε ελάχιστα λόγω αντικειμενικών δυσκολιών όπως:
• Η καλλιέργεια των χωραφιών δεν ήταν συνεχής (αγρανάπαυση).
• Ο χωρισμός του κάμπου σε μακριά λαχίδια (στενόμακρες εκτάσεις γης) σε συνδυασμό με την έλλειψη αγροτικών δρόμων δυσκόλευε την καλλιέργεια και τη συγκομιδή του καρπού.
• Η αδυναμία διάθεσης του προϊόντος και η χαμηλή τιμή του.
• Οι αρρώστιες που κατέστρεφαν αρκετές φορές τις παραγωγές.
Οι ελιές προσβάλλονταν από δάκο και τ’ αμπέλια από φυλλοξήρα, περονόσπορο και βαμβακίτη.
Η παραγωγή κηπευτικών επηρεαζόταν από τα σπουργίτια, τους αρουραίους, τους λαγούς και τα σαλιγκάρια.
Μεγαλύτερος εχθρός βέβαια ήταν ο καιρός. Η παγωνιά του χειμώνα ήταν καταστροφική όπως και οι βροχές του Μάη μήνα. Γι’ αυτό έλεγαν οι γεωργοί:

«Στον καταραμένο τόπο Μάη μήνα βρέχει, το Μαγιάπριλο χιονίζει».

Αντίθετα η λαϊκή μούσα τραγουδούσε τις βροχές του Μαρτίου και του Απριλίου.

«Αν βρέξει ο Μάρτης δυο νερά
κι ο Απρίλης άλλο ένα
ε, ρε χαρά στο γεωργό
πούχει πολλά σπαρμένα».

Τα χωράφια του κάμπου διακρίνονται σε:
• «παχιά» – τα καλά χωράφια.
• «βαρικά» – με άφθονο χώμα και λίγες πέτρες που κρατάνε το νερό.
• «πετρώδη» – αδύνατα χωράφια με πέτρες.
• «χέρσα» – αυτά που ήταν άσπαρτα πάνω από ένα χρόνο.
Στα κοντινά στο χωριό χωράφια και στα παραλιακά έσπερναν βρώμη, στάρι, κριθάρι και βίκο για να τρέφουν τα οικόσιτα ζώα.
Στο «κρασίδι» (λαχανόκηπος μέσα ή έξω από το σπίτι) φύτευαν λαχανικά εποχής και ζαρζαβατικά.
Οι ιδιοκτησίες οριοθετούνταν με πέτρες, με δέντρα ή με μικρά αναχώματα («βραγκοί») και τα αμπέλια με τις ακριανές τράβες πιο κοντά φυτεμένες. Πολλές φορές συνέβαινε να παραβιάζονται τα όρια με αποτέλεσμα να υπάρχουν παρεξηγήσεις και τσακωμοί ακόμη και μεταξύ συγγενών. Συνήθως όμως όλα τελείωναν ειρηνικά με την παρέμβαση των αγροφυλάκων που γνώριζαν καλά τις ιδιοκτησίες.
Για την ιστορία ν’ αναφέρουμε μερικούς άξιους αγροφύλακες του κάμπου όπως ο Γιώργος Βασιλείου («Ιταλός»), ο Τούντας και τελευταία ο Ρουγγέλης.

Τα «ζα»

Τα ζώα για το Σπαταναίικο σπίτι ήταν σαν τα παιδιά του. Τα φρόντιζαν και τ’ αγαπούσαν γιατί ήταν το «ψωμί» της οικογένειάς τους. Προσπαθούσαν να μην τα κουράζουν πολύ, να τα τρέφουν καλά και να τα σκεπάζουν με χράμια (τσούλια) το χειμώνα για να μην κρυώσουν. Αν τύχαινε ν’ αρρωστήσει ζώο του σπιτιού, προσέτρεχαν συγγενείς και φίλοι να συμπαρασταθούν στην οικογένεια. Κάθε σπίτι είχε ένα ή δύο άλογα και οπωσδήποτε ένα γαϊδουράκι για τις κοντινές διαδρομές. Τα άλογα τ’ αγόραζαν από χάνια στην Αθήνα (Μοναστηράκι – Θησείο) ή από τη Λειβαδιά. Οι καλύτερες ράτσες ήταν οι ουγγαρέζικες και οι σέρβικες.

Αγροτικά έθιμα

Οι αγρότες του χωριού μας με σκληρή δουλειά και πίστη στο Θεό πορεύονταν στο χρόνο, τηρώντας τα πατροπαράδοτα έθιμα.
Αν την άνοιξη υπήρχε λειψυδρία τότε «καταφυγή» τους ήταν, όπως πάντα, ο Θεός. Προσέτρεχαν στις εκκλησίες όπου με λιτανείες και προσευχές Τον παρακαλούσαν να σώσει τη σοδειά τους για να μπορέσουν να ζήσουν την οικογένειά τους. Οι παλιοί θυμούνται πως ο Θεός πάντα άκουγε τις προσευχές τους και «άνοιγε τους ουρανούς». Η καλλιέργεια της γης ήταν ευλογημένη από το Θεό, γι’ αυτό δεν ξεκινούσαν ποτέ δουλειά ημέρα Τρίτη και χωρίς τις ευλογίες και τις ευχές του ιερέα. Επίσης και οι θέσεις των ουρανίων σωμάτων αποτελούσαν οδηγό για την έναρξη πολλών αγροτικών εργασιών.
Τα Θεοφάνεια οι καλλιεργητές έπαιρναν το Μεγάλο Αγιασμό και τον έριχναν στ’ αμπέλια. Του Αγίου Σεραφείμ, προστάτη των αμπελουργών, και της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας δεν πήγαιναν στη δουλειά. Φορούσαν τα «καλά» τους και πήγαιναν στην εκκλησία.
Του Σωτήρος που τα κλήματα ήταν γεμάτα σταφύλια πήγαιναν μερικά τσαμπιά να τα ευλογήσει ο ιερέας για να έχουν «καλή μουστιά».
Αυτά και άλλα πολλά έθιμα και συνήθειες είχαν και τηρούσαν ευλαβικά οι παλιοί καλλιεργητές του Σπαταναίικου κάμπου.

Τα παλαιά αγροτικά πηγάδια

Τα κοινοτικά πηγάδια ανοίγονταν συνήθως με ενέργειες και έξοδα της κοινότητας κυρίως για την κάλυψη αναγκών των διερχόμενων από εκεί ζώων, την υδροδότηση των νοικοκυριών και αργότερα το πότισμα των καλλιεργειών. Πολλά από τα πηγάδια της περιοχής μας ανοίχτηκαν στους αρχαίους χρόνους. Στις αρχές του 20ου αιώνα αυτά συντηρήθηκαν και ανοίχτηκαν καινούργια για τις αυξημένες ανάγκες του κάμπου.
Σας παραθέτουμε παρακάτω μερικά από τα πιο παλιά πηγάδια της περιοχής:

«Πούσι θέλε» (βαθύ πηγάδι)
Ήταν το πρώτο πηγάδι του χωριού στην περιοχή του Αγίου Πέτρου απ’ όπου υδρεύονταν οι παλιοί κάτοικοι του χωριού. Εκεί βρισκόταν ο πρώτος οικισμός και το πρώτο τοπωνύμιο της περιοχής.

«Πούσι γκέρε» (φαρδύ πηγάδι)
Βρίσκεται εντός του πολεοδομικού ιστού του χωριού και τροφοδοτούσε με πόσιμο νερό τους κατοίκους της κοινότητας.

«Πούσι Αποσπόρη» (πηγάδι του Αποσπόρη)
Βρίσκεται αριστερά της λεωφόρου Σπάτων – Αρτέμιδας, απέναντι από το Αεροδρόμιο. Πήρε τ’ όνομά του από τον ιδιοκτήτη του Ανδρέα Αποσπόρη.

«Πούσι Κατσίκιτ» (πηγάδι του Κατσίκη)
Βρίσκεται 11 χλμ. ανατολικά των Σπάτων, στη Λούτσα, και ανοίχτηκε από κάποιον Σπαταναίο ονόματι Κατσίκη.

«Πούσι Τούρκουτ» (πηγάδι του Τούρκου) ή Τουρκοπήγαδο ή Κοκκινοπήγαδο.
Βρίσκεται δυτικά της Λούτσας και λίγα μέτρα βόρεια του ασυρμάτου.

«Πούσι Πατήμεσε (πηγάδι του Πάτημα)
Βρίσκεται ανατολικά του σημερινού πηγαδιού στο Πάτημα. Σκεπάστηκε στη δεκαετία του 1930. Τη δεκαετία του 1960 άρχισε η ουσιαστική άντληση από βάθος 114 μ.

«Πούσι ιρί» (νέο πηγάδι)
Βρίσκεται Ν.Δ. της πόλης, κοντά στους μυκηναϊκούς τάφους.

«Πούσι Παγώνεσε» (πηγάδι της Παγώνας)
Το πηγάδι βρίσκεται 8 χλμ. ανατολικά των Σπάτων στα όρια του αεροδρομίου. Ανοίχτηκε πιθανόν το 1932 από το Σπαταναίο Σταμάτη Διαγγελάκη και τη γυναίκα του Παγώνα.

«Πούσι Βελανιδέζε» (πηγάδι της Βελανιδέζας)
Βρίσκεται ΒΑ του χωριού δίπλα από μια μεγάλη αιωνόβια βελανιδιά όπου ξεκουράζονταν στον ίσκιο της οι καλλιεργητές και οι τσοπάνηδες.

«Πούσι Στημονάριτ» (το πηγάδι του Στημονάρη)
Βρίσκεται στην ομώνυμη περιοχή στα Σπάτα και ήταν βασική πηγή υδροδότησης για τους κατοίκους των Σπάτων.

Δίπλα στα πηγάδια υπήρχαν μία ή και περισσότερες μαρμάρινες γούρνες, αρχαίας προέλευσης, για να ποτίζουν τα ζώα.Σε μερικά αρχαία μαρμάρινα επιστόμια διακρίνονται χρονολογίες και αρχικά ονομάτων.
Τα περισσότερα από αυτά τα πηγάδια σήμερα είναι ξερά. Κάποια, από τις μαρμάρινες γούρνες και τα επιστόμια, τοποθετήθηκαν σε πλατείες και παιδικές χαρές και κάποια κοσμούν…αυλές σπιτιών.
Τα εναπομείναντα αγροτικά πηγάδια είναι μνημεία ιστορικά και πολιτιστικά. Θεωρούμε αναγκαίο να καταγραφούν, να μελετηθούν σύμφωνα με το χώρο και το χρόνο που κτίστηκαν και όσα βρίσκονται σε καλή κατάσταση ν’ αποκατασταθούν.

Το όργωμα

Με τα πρωτοβρόχια του Φθινοπώρου, που μαλάκωνε το χώμα και έκανε «ρόγο», άρχιζε το όργωμα των χωραφιών με το ξύλινο αλέτρι και τα άλογα. Χρήση του ξύλινου αλετριού (Ησιόδειο) γινόταν πριν το 1920. Είχε περίπου 2,5 μ. μήκος και όλος ο εξοπλισμός του ήταν ξύλινος εκτός από το υνί που ήταν σιδερένιο. Το σιδεράλετρο έκανε την εμφάνισή του γύρω στο 1920 και η χρήση του γενικεύτηκε μετά το 1925.
Γύρω στο Μάρτιο μήνα έκαναν το «διβόλιμα» ένα επιπλέον όργωμα για να απαλλαγεί το χωράφι από τα χορτάρια που στο μεταξύ είχαν φυτρώσει.
Για να σέρνουν τα ζώα το αλέτρι, τοποθετούσαν στο λαιμό τους περιλαίμιο (λιμαριά). Η «λιμαριά» ήταν φτιαγμένη από μαλακό δέρμα και μέσα ήταν γεμισμένη με άχυρο για να μην πληγώνεται το ζώο. Από τη λιμαριά ξεκινούσαν αλυσίδες που περνούσαν μέσα από κρίκους στα πανωκάπουλα του ζώου και έφταναν στο αλέτρι. Στο όργωμα του χωραφιού πρόσεχαν να πατάει το ζώο στην κόχη και όχι μέσα στο αυλάκι, για να γίνεται ίσιο το όργωμα, σε αντίθεση με το όργωμα του αμπελιού.

Η σπορά

Η σπορά των δημητριακών άρχιζε τον Οκτώβριο και τελείωνε το Δεκέμβριο. Στις 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα του Σταυρού και της Μεσοσπορίτισσας 21 Νοεμβρίου, οι γεωργοί πήγαιναν στην εκκλησία με λίγο σπόρο κριθαριού και σταριού δεμένο μέσα σε μαντηλάκι, να τον ευλογήσει ο παπάς.
Μετά τον ανακάτευαν με τον υπόλοιπο σπόρο, που είχαν βάλει στην άκρη από την προηγούμενη χρονιά, για να έχουν καλή σοδειά. Πολλοί μέσα στα τσουβάλια, που φύλαγαν το σπόρο, έβαζαν και ρόδι και δεν το έβγαζαν μέχρι να τελειώσει η σπορά. Εύχονταν, μ’ αυτόν τον τρόπο, τα σπαρτά τους να γίνουν και να καρπίσουν όπως τα σπειριά του ροδιού.
Πάνω στο οργωμένο χωράφι ο γεωργός περνούσε με μια πάνινη ποδιά δεμένη στη μέση του και έριχνε το σπόρο. Προ του 1930 υπήρχαν οι ποικιλίες σταριού μαυραγάνι, γρεμενέ, σκυλοπετρίτι και Λήμνος. Αργότερα χρησιμοποιούσαν το ιταλικό (μεϊντάνα).
Αφού έπεφτε ο σπόρος στη γη ο γεωργός μ’ ένα φαρδύ ξύλο, 1,5 μ. μήκους, τη «σβάρνα» και το άλογο μπροστά να τη σέρνει, σκέπαζε τους σπόρους για να μην μένουν εκτεθειμένοι στα πουλιά και στα έντομα. Από τα τέλη Φεβρουαρίου μέχρι τον Απρίλιο γινόταν το βοτάνισμα των σπαρτών για να ξεριζωθούν τ’ άγρια και βλαβερά χόρτα και να βγούν τα δημητριακά «καθαρά», έτοιμα για θερισμό.

Θερισμός

Ο γεωργός του Μεσογείτικου κάμπου έσπερνε εκτός από το στάρι και διάφορα είδη δημητριακών, όπως βρίζα για τα δεματικά, βίκο και βρώμη για τα αιγοπρόβατα και κριθάρι για τ’ άλογα.
Ο θερισμός του σταριού ξεκινούσε αρχές Ιουνίου και κρατούσε σχεδόν ένα μήνα. Γι’ αυτό και ο Ιούνιος μήνας λέγεται από το λαό μας και «θεριστής». Μέχρι το 1960 ο θερισμός στα Σπάτα γινόταν χειρονακτικά. Οι εργάτες έπιαναν δουλειά νωρίς το πρωί φορώντας ανοιχτόχρωμα ρούχα, άσπρα μαντήλια οι γυναίκες και ψάθινα καπέλα οι άντρες, για να προστατεύονται από τον ήλιο και τη ζέστη. Χώριζαν νοητά το χωράφι σε λωρίδες και άρχιζαν να το θερίζουν από τη μια άκρη ως την άλλη με το δρεπάνι (οδοντωτό μεταλλικό εργαλείο με ξύλινη λαβή σε σχήμα μισοφέγγαρου). Με το ένα χέρι έπιαναν τα στάχυα, όσα χωρούσε η παλάμη τους, και με το άλλο έκοβαν τα «χε(ι)ρόβολα». Παλαιότερα χρησιμοποιούσαν το «λελέκι», (ένα άλλο είδος δρεπανιού με πιο μακρύ στέλεχος) και την «παλαμαριά», που ήταν ένα ξύλινο γάντι με τρία δάχτυλα (σαν προέκταση του χεριού), χωρούσε τρία χερόβολα και προφύλαγε το θεριστή από τα δαγκώματα των φιδιών. Τα έδεναν πρόχειρα και τ’ άφηναν στο έδαφος. Όταν μαζεύονταν πέντε ή έξι χερόβολα τα έβαζαν σε σωρό, το ένα πάνω στο άλλο και έφτιαχναν ένα «λιμάρι». Με τρία λιμάρια οι άντρες έκαναν ένα δεμάτι και το έδεναν με το δεματικό (κοτσίδα από βρίζα) που είχαν ετοιμάσει από πριν οι γυναίκες στο σπίτι.
Όταν τελείωναν το θερισμό του χωραφιού, στοίβαζαν τα δεμάτια σε θημωνιές και τα άφηναν να λιαστούν και να ξεραθούν. Πάνω στις θημωνιές, σύμφωνα μ’ ένα παλιό έθιμο, τοποθετούσαν σταυρό πλεγμένο με στάχυα, για να τους έχει ο Θεός γερούς να θερίσουν τον επόμενο χρόνο ακόμη μεγαλύτερη σοδειά. Αλίμονο αν έπιανε βροχή τις θημωνιές! Έπρεπε να γυρίσουν ανάποδα όλα τα δεμάτια για να στεγνώσουν και να μην «ανάψουν» από την υγρασία.

Αλώνισμα

Όταν στέγνωναν τα δεμάτια μεταφέρονταν στα αλώνια για το διαχωρισμό του καρπού από τ’ άχυρα. Αλώνια, χωμάτινα ή πέτρινα, υπήρχαν σε πολλά σημεία του χωριού. Στο λόφο της Δεξαμενής, στον προαύλιο χώρο του Προφήτη Ηλία, κοντά στην εκκλησία του Παλαιού, επί του οδού Ηροδότου και αλλού. Μέχρι το 1924-25 το αλώνισμα γινόταν με τη βοήθεια των ζώων. Πρώτα έστρωναν το αλώνι. Καθάριζαν από τα αγριόχορτα ένα μικρό κυκλικό χώρο, τον κατάβρεχαν, έριχναν άχυρα για να μην βγάζει χώμα και έβαζαν στο κέντρο του το «στραμπουλάρι» (ξύλινο πάσαλο). Άπλωναν στο αλώνι τα δεμάτια, το ένα κοντά στο άλλο, έδεναν από το στραμπουλάρι με σχοινιά ένα ή δύο άλογα, που με τη σειρά τους έσερναν περιστροφικά γύρω από το στραμπουλάρι το «ντουγένι» (χοντρή μακρόστενη σανίδα, λεία από την πάνω πλευρά και από την κάτω με τρεις τέσσερις σειρές κοφτερά λεπτά σίδερα «σαν λεπίδια»). Πάνω στο ντουγένι ανέβαιναν ένα ή δυο άτομα, «για βάρος» και για να οδηγούν τα ζώα ώστε να μην βγούν από τον κύκλο του αλωνιού. Στο ντουγένι ανέβαινε και η «πιτσιρικαρία» της γειτονιάς και διασκέδαζε με τις περιστροφές.
Συχνά με ξύλινα «δικέλια» (μεγάλα πιρούνια) αναποδογύριζαν τα στάχυα για να έρθουν τα πάνω κάτω μέχρις ότου η καλαμιά γίνει άχυρο. Το αλώνισμα ξεκινούσε από την εξωτερική πλευρά του κύκλου προς τα μέσα. Μετά από μερικούς κύκλους όμως, το σχοινί που ήταν δεμένα τα ζώα μαζευόταν στο στραμπουλάρι και εμπόδιζε τον αλωνισμό.Τότε άλλαζαν την κατεύθυνση των ζώων και συνέχιζαν. «Φύγε ρε στραμπουλάρη από τη μέση», συνήθιζαν να λένε σε κάποιον που καθόταν στη μέση και ενοχλούσε.

Λίχνισμα

Όταν τελείωνε το αλώνισμα συγκέντρωναν τον καρπό με τα άχυρα σε σωρό, σε βορεινό σημείο, έτσι ώστε με το «λίχνισμα» (πέταγμα ψηλά με φτυάρι) και τη βοήθεια του αέρα να ξεχωρίσει το άχυρο από τον καρπό. Ακολουθούσε κοσκίνισμα πολλές φορές μέχρι να μείνει καθαρός ο καρπός. Τοποθετούσαν το στάρι στο υπόγειο σε μεγάλες ξύλινες κασέλες («κάσες του σταριού»). Από εκεί έπαιρναν όσο στάρι χρειάζονταν και το άλεθαν στον ανεμόμυλο και μετά το 1930 στον αλευρόμυλο. Με το πρώτο αλεύρι οι νοικοκυρές έφτιαχναν ψωμί στο φούρνο και τηγανίτες. Με τα υπολείμματα του αλωνισμού (σανό από το κριθάρι και άχυρο από το στάρι) εξασφάλιζαν την τροφή των ζώων του σπιτιού.

Για την ιστορία ν’ αναφέρουμε, ότι οι πρώτες αλωνιστικές μηχανές στο χωριό μας ήταν τύπου ΡΟΥΣΤΟΝ και τύπου ΜΑΡΣΑΛ και τις αγόρασαν οι δύο νεοϊδρυθέντες συνεταιρισμοί, ο «Ελαιουργικός» και ο «Κοινής Χρήσεως Μηχανών».
Πρώτη λειτούργησε η «Μεγάλη» αλωνιστική μηχανή (στη θέση του σημερινού Μητροπολιτικού Μεγάρου) και αργότερα η «Μικρή» αλωνιστική μηχανή (στο χώρο του σημερινού Κέντρου Υγείας Σπάτων) που την έλεγαν και «γρι-γρι» επειδή είχε μικρή απόδοση και χαρακτηριστικό ήχο όταν δούλευε.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής λόγω έλλειψης καυσίμων οι αλωνιστικές μηχανές δεν λειτούργησαν και οι αγρότες ξαναγύρισαν στ’ αλώνια.
Το τέλος του θερισμού γιορταζόταν με καλό φαγητό, μεσογείτικη ρετσίνα, χορό και τραγούδι. Αυτό ήταν το «καρποθέρι» που σηματοδοτούσε το τέλος μιας κοπιαστικής και κουραστικής αλλά και παραγωγικής περιόδου.

Το μάζεμα της ελιάς

Μία από τις κυριότερες ασχολίες των κατοίκων του χωριού μας – μετά την αμπελουργία – ήταν και η καλλιέργεια της ελιάς.
Το μάζεμα του ελαιοκάρπου ξεκινούσε περί τα μέσα Οκτώβρη και μπορεί να διαρκούσε μέχρι και τα Χριστούγεννα.
Στον ελαιώνα των Μεσογείων ευδοκιμούσαν κυρίως οι μεγαρίτικες ελιές «του λαδιού» και οι «κολυμπάδες» (σπιτικές ελιές).
Ξεκινούσαν το πρωί πριν βγεί ο ήλιος, με το γαϊδουράκι, ή τη σούστα φορτωμένα με τα σύνεργα της δουλειάς, το φαγητό και το νερό. Στο μάζεμα συμμετείχαν όλα τα μέλη της οικογένειας και πολλές φορές ντόπιοι εργάτες που συνήθως πληρώνονταν με λάδι. Ένα μεροκάματο αντιστοιχούσε σε μια οκά λάδι.
Πρώτα μάζευαν όσες ελιές είχαν πέσει κάτω, τη «χαμάδα» και στη συνέχεια οι άντρες ανέβαιναν στα ξύλινα τριπόδια και στις σκάλες και έριχναν τον καρπό ενώ ταυτόχρονα με το πριόνι κλάδευαν το δέντρα.
Τις κλάρες τις πετούσαν κάτω όπου οι γυναίκες στα σκαμνάκια ή κατάχαμα τις μαδούσαν με τα «χτένια».
Ο καρπός της ελιάς έπεφτε στα μεγάλα «λιόπανα» από λινάτσα, που είχαν στρώσει γύρω από το δέντρο. Αργά το απόγευμα μια – μια οι σούστες και τα γαϊδουράκια έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής στο χωριό φορτωμένα κοφίνια γεμάτα με ελιές.
Το «καθάρισμα» της ελιάς από τα φύλλα και τα κοτσάνια γινόταν με πολύ προσοχή, είτε επί τόπου στο χωράφι είτε στο σπίτι με μια κατασκευή σιδερένιας σχάρας που την έφτιαχναν «στο γύφτο».
Πρόσεχαν πολύ ή ελιά να είναι «καθαρή» από φύλλα και κοτσάνια για να μη πικρίσει το λάδι.
Στο σπίτι, τις άπλωναν σε προφυλαγμένο από την βροχή υπόστεγο και τις ανακάτευαν κάθε βράδυ για να αερίζονται και να μην «ανάψουν».
Όταν συγκέντρωναν αρκετά μεγάλη ποσότητα ελαιοκάρπου το μετέφεραν στα ελαιοτριβεία («λιοτρίβια»).
Τα λιοτρίβια της εποχής στα Σπάτα ήταν του Γιάγκου Παπαχρήστου του Νείλου Παπαχρήστου, του Γεώργα, αργότερα του παπα-Γιώργη Μπερτόλη και ο ελαιουργικός συνεταιρισμός «της Μηχανής».
Από τη σοδειά διάλεγαν ελιές για βρώσιμες όπως:
Θρούμπες: τις μάζευαν από τη «χαμάδα», τις αλάτιζαν με χοντρό θαλασσινό αλάτι και τις τοποθετούσαν σε τσουβάλια από λινάτσα για να ψηθούν.
Αχλατσάδες ή σπαστές: τις έσπαζαν με μια πέτρα και τις άφηναν μέσα σε νερό που το άλλαζαν τακτικά για να ξεπικρίσουν. Μετά έφτιαχναν άλμη και τις έβαζαν σε μικρά πήλινα κιούπια.
Χαραχτές: τις χάραζαν με το σουγιά, τις ξεπίκριζαν, τις άφηναν στην άλμη και τις έβαζαν στα μικρά κιούπια.
Το φρέσκο λάδι το αποθήκευαν στο υπόγειο του σπιτιού σε μεγάλες ξύλινες κάσες («του λαδιού») ή σε μεγάλα πήλινα κιούπια.
Με το καινούργιο λάδι η νοικοκυρά του σπιτιού έφτιαχνε τηγανίτες με την ευχή «καλοφάγωτο με υγεία».

Η καλλιέργεια του αμπελιού

Η καλλιέργεια του αμπελιού στην περιοχή μας χάνεται στα βάθη των αιώνων.
Τ’ αμπέλια τα φύτευαν παλιά σε απόσταση μεταξύ τους περίπου 80 εκ., όσο δηλαδή το μήκος του ξύλινου μέρους της αξίνας του αλετριού. Με την αναμπέλωση του 1950 – λόγω φυλλοξήρας – τα αμπέλια επαναφυτεύτηκαν σε μεγαλύτερη απόσταση για να μπορεί να περάσει το άλογο με το αλέτρι και αργότερα το τρακτέρ.
Οι εργασίες ξεκινούσαν τον Οκτώβριο με το «ξελάκωμα», όπου στα αυλάκια που δημιουργούνταν μεταξύ των κλημάτων έριχναν κοπριά. Από τα μέσα του Δεκεμβρίου κλάδευαν προσεκτικά και χαμηλά το κλήμα του αμπελιού ώστε να εμποδίσουν την παράλογη ανάπτυξή του.
Τέλη Φεβρουαρίου με Μάρτιο όργωναν, «σήκωναν», το χώμα ενώ παράλληλα γύρω από το κλήμα «άνοιγαν γκουλιουμάκια» δηλαδή τσάπιζαν το κλήμα εκεί που το αλέτρι δεν έφτανε, έτσι ώστε να συγκρατείται το νερό της βροχής.
Τον Απρίλιο γινόταν «το σκρόπισμα», (το ίσιωμα), του χώματος για να κρατήσει την υγρασία του χειμώνα. Από τα τέλη Απριλίου και το Μάιο «ξεβλάστιζαν» έκοβαν δηλαδή τα «ορφανά ή φαγανά» βλαστάρια (αυτά που δεν είχαν «δέσει») για να δυναμώσουν τα υπόλοιπα.
Όταν έπιαναν οι πρώτες ζέστες της Άνοιξης, αν ο καιρός ήταν υγρός, ράντιζαν με μίγμα χαλκού και ασβέστη για τον περονόσπορο και από τα μέσα του Απριλίου και μετά έριχναν θειάφι, «θειάφισμα», στα φύλλα του αμπελιού για να το προφυλάξουν από το βαμβακίτη.
Όταν το αμπέλι ήταν γεμάτο φύλλα οι καλλιεργητές το «ξεφύλλιζαν» (τα αραίωναν) για να αερίζεται το κλήμα και να προστατεύσουν τα σταφύλια να μη σαπίσουν.
Το Σεπτέμβριο το κλήμα γέμιζε χρυσοπράσινα σταφύλια και οι καλλιεργητές ετοιμάζονταν για τη μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου…ΤΟΝ ΤΡΥΓΟ.