ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

Προέλευση ονόματος

Για την ετυμολογική ανάλυση του τοπωνυμίου Σπάτα έχουν διατυπωθεί στο παρελθόν δύο απόψεις:
Η πρώτη θεωρεί τη λέξη προσωπωνύμιο και την ταυτίζει με την αλβανόφωνη πατριά των Σπάτα (Σπάτα <αλβ. Spate «τσεκούρι»).
Η δεύτερη θεωρεί τη λέξη γεωγραφικό προσδιορισμό (Σπάτα <αλβ. Shpate «απότομη βουνοπλαγιά») που αποδίδει τη μορφολογία του εδάφους.
Η πρώτη άποψη ενισχύεται από την ευρεία χρήση γενικής ενικού (του Σπάτα), σε επίσημα έγγραφα του 19ου αι., όταν πρόκειται να δηλωθεί η περιοχή ως δομημένη κοινότητα. Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι οι αλβανόφωνοι κάτοικοι της περιοχής εισήλθαν στην Αττική (τέλη 14ου αι.) οργανωμένοι κατά πατριές (γένη), που έφεραν το όνομα του γενάρχη – αρχηγού τους.
Αν λάβουμε υπόψιν αυτή τη συνήθη πρακτική, μπορεί να υποθέσουμε ότι το τοπωνύμιο Σπάτα αποτελεί προσωπωνύμιο.

Ιστορική εξέλιξη του οικισμού

Στο Πούσι Θέλε


Η πρώτη σαφής ένδειξη για την ύπαρξη οργανωμένης κοινότητας με το όνομα Σπάτα, προέρχεται από πατριαρχικό σιγίλιο του Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Σαμουήλ Χαντζερή του 1765. Ο Πατριάρχης συμμεριζόμενος τα παράπονα της αδελφότητας της Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Πεντέλης), προβαίνει σε αφορισμό των Χριστιανών «των ειρημένων χωρίων… σπατέη, Μα(ρ)κοπουλέ (οι) και [….]» οι οποίοι «ήρπασαν και ιδιοποιήθηκαν πράγματα και κτήματα και χωράφια του ρηθέντος Μοναστηρίου».
Στις αρχές του 19ου αι. διάσπαρτες ομάδες κατοικούσαν σε μικρούς οικισμούς στην ευρύτερη πεδινή περιοχή.
Ένας από τους οικισμούς της περιοχής φαίνεται να ήταν το «Βαθύ Πηγάδι» (αρβ. Πούσι Θέλε) που οφείλει το όνομά του στην ύπαρξη ομώνυμου πηγαδιού. Λεγόταν και «Οχτάδρομος» γιατί εκεί συναντιούνταν οκτώ δρόμοι. Το πηγάδι εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ομάδων που ήταν εγκατεστημένες στην ευρύτερη περιοχή, ενώ ο βυζαντινός ναός του Αγίου Πέτρου (κτίσμα του 15ου αι.) που βρισκόταν κοντά, αποτελούσε το κέντρο της θρησκευτικής και λατρευτικής συνείδησης των κατοίκων. Κατά τις ανασκαφές για την κατασκευή του διεθνή αερολιμένα «Ελ. Βενιζέλος» ήρθε στο φώς και νεκροταφείο που υπήρχε στον περίβολο του Ναού.

Στα Σπάτα


Στη σημερινή θέση των Σπάτων, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, υπήρχαν λίγες καλύβες κτηνοτρόφων με τα ζωντανά τους. Σταδιακά, οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, είτε γιατί εκδιώχθηκαν από τούρκικες επιδρομές, είτε γιατί προέκυψε επιδημία πανώλης (17ος αι. – 18ος αι.), είτε για κλιματολογικούς λόγους, φαίνεται να εγκαταλείπουν την πεδιάδα και να μετοικούν δυτικότερα αναζητώντας καλύτερο τόπο διαβίωσης και ασφάλεια.
Η μετεγκατάσταση πρέπει να ολοκληρώθηκε τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι.
Το 1834 – 1836 τα Σπάτα απετέλεσαν οικισμό του δήμου Αραφήνος (Μαρκοπούλου) που σχηματίστηκε με το ΒΔ 1/13 Οκτωβρίου 1835 (ΦΕΚ 17) και πληθυσμό 185 κατοίκους.
Το 1840 με το ΒΔ «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Αττικής» τα Σπάτα αποτέλεσαν συνοικισμό του νέου Δήμου Κεκρωπίας με πρωτεύουσα το Κορωπί. Μάλιστα την περίοδο 1887-1891 ο Σπαταναίος Μιχαήλ Παπαχρήστου διετέλεσε Δήμαρχος Κρωπίας.
Την 31η Αυγούστου 1912 με το ΒΔ στο ΦΕΚ Α262 τα Σπάτα αναγνωρίζονται αυτόνομη Κοινότητα με πρώτο Κοινοτάρχη το Γεώργιο Γεώργα.
Τη 10η Μαρτίου 1952 με το ΒΔ ΦΕΚ Α 65/1952 τα Σπάτα από Κοινότητα αναγνωρίστηκαν σε Δήμο με πρώτο αιρετό Δήμαρχο το Χρήστο Ιωάν. Μπέκα.

Πληθυσμιακή εξέλιξη του χωριού

Από την έρευνα αρχειακού υλικού και ιστορικών πηγών παραθέτουμε τον παρακάτω πίνακα για την παρακολούθηση της εξέλιξης της κοινότητας των Σπάτων.

1835-185 κάτοικοι
1844-352 »
1874-737 »
1879-955 »
1896-1.534 »
1907-2.144 »
1928-3.335 »
1940- –
1951-4.790 »
1961-5.409 »

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς

Στο τέλος της Επανάστασης του 1821 η γη κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανήκε σε Τούρκους, σε κάποιους Αθηναίους από την κυρίαρχη οικονομική τάξη και κατά ένα σημαντικό κομμάτι στα μοναστήρια.
Το 1827 οι Μεγάλες Δυνάμεις (Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία), που βοήθησαν στην απελευθέρωση του Έθνους, αποφάσισαν τη διευθέτηση των τουρκικών περιουσιών στη Στερεά Ελλάδα και στα νησιά, προκειμένου να αποφευχθούν συγκρούσεις ανάμεσα στους ελεύθερους πια Έλληνες και τους Τούρκους.
Το 1830 με τη συνθήκη του Λονδίνου η Αττική και η Εύβοια ενσωματώθηκαν στο νέο Ελληνικό Κράτος και με την προτροπή του Καποδίστρια ενθαρρύνθηκαν οι πωλήσεις τουρκικής γης στους Έλληνες. Σχεδόν αμέσως οι Τούρκοι ξεκίνησαν να πουλούν τις ιδιοκτησίες τους στην Αττική, όπως την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δηλαδή με Χατζέτι για τη γη και με Ταπί για τα οικοδομήματα.
Επειδή οι Τούρκοι δεν είχαν τίτλους ιδιοκτησίας η αγοραπωλησία γινόταν συνήθως με δύο Έλληνες μάρτυρες. Ωφελημένοι αυτής της διαδικασίας ήταν κάποιοι πλούσιοι Αθηναίοι και κυρίως τα μοναστήρια. Στα τέλη του 18ου αι. και κυρίως το 19ο αι. τα μοναστήρια πολλαπλασίασαν τις ιδιοκτησίες τους αγοράζοντας γη από Τούρκους και Έλληνες. Το ισχυρότερο μοναστήρι της περιοχής ήταν η μονή Πεντέλης που το 1869 αγόρασε το Μετόχι του Βουρβά, την Πετρέζα, τη Βελανιδέζα και το Έτος, αλλά και κτήματα στο Μαραθώνα και «τον νέον Βραώνα».
Οι μοναστηριακές γαίες, είτε ήταν «ανοικτά» κτήματα, δηλαδή καλλιεργημένα, είτε χέρσα ρουμάνια, παραχωρούνταν σε καλλιεργητές με συμφωνία εμφυτεύσεως και με την υποχρέωση καταβολής του 1/3 της παραγωγής προς τη μονή – το λεγόμενο «καλογερίστικο». Μ’ αυτόν τον τρόπο μεγάλες εκτάσεις μετατράπηκαν σε καλλιεργημένες.
Το 1931 η μονή Πεντέλης κατείχε πάνω από 210.000 στρ. στην Αττική. Μόνο στην περιοχή Βουρβά των Σπάτων είχε 35.000 στρ. Παράλληλα και Αθηναίοι μεγαλοκτήμονες κατείχαν μεγάλες εκτάσεις. Το 1913 οι Καμπάς και Μάτσας κατείχαν στις περιοχές Κάντζα και Γιαλού 2.500 στρ., ο Μ. Δ. Καλλιφρονάς 15.500 στρ. στο Χαρβάτι, ο Βακαλόπουλος 5.500 στρ. στο Κ. Χαρβάτι, ο Αλ. Σκουζές 30.000 στρ. στο Πικέρμι, Ντράφι και Ραφήνα κ.ά.
Στα Μεσόγεια οι κάτοικοι προσπάθησαν να εξαγοράσουν όσο το δυνατόν περισσότερη γη από τα τούρκικα τσιφλίκια της περιοχής. Δυστυχώς όμως τα οικονομικά τους ήταν πενιχρά. Μετά από σκληρή δουλειά χρόνων εξαγόρασαν γη από τους Έλληνες μεγαλοκτήμονες πληρώνοντάς την όμως ακριβά.


Σύμφωνα με γραπτή μαρτυρία του Σταύρου Σπ. Μπέκα (1901 – 1995) από τους πρώτους Σπαταναίους που αγόρασαν γη από Τούρκους τσιφλικάδες φαίνεται να ήταν ο Γιαννάκος Μπέκας, ο Σπύρος Στ. Σιδέρης (Σπυροσταύρος) και ο Νικόλαος Βλάχος. Συγκεκριμένα αναφέρει:
«Αγόρασαν το ήμισυ από ένα «ζευγάρι», (δηλ. τμήμα γης που όργωνε ένα ζευγάρι βόδια σε μια μέρα, ο ελληνικός όρος «ζευγάρι» στην Αττική αναφέρεται σε εκτάσεις από 200 έως 500 στρέμματα), από τον Τούρκο Φεττά εις μήκος και το υπόλοιπον μισό το αγόρασαν δέκα έξι άτομα από τα Σπάτα που το μοίρασαν σε τάκους (δηλ. μικρότερα κομμάτια)».
Ο νόμος «περί εμφυτεύσεων γαιών» έδωσε τη δυνατότητα σε πολλούς καλλιεργητές να αποκτήσουν γη. Μετά το 1880 οι καλλιεργητές μπορούσαν να φυτέψουν αμπέλια με το δικαίωμα να εξαγοράσουν στη συνέχεια το κτήμα που φύτεψαν, πληρώνοντας στο κράτος μια μικρή προκαταβολή και εξοφλώντας το σε δεκαοκτώ ισόποσες ετήσιες δόσεις.
Ο Καλλιφρονάς και ο Αγγ. Καμπάς παρεχώρησαν ιδιόκτητες εκτάσεις σε Σπαταναίους για να φυτέψουν αμπέλια με τη συμφωνία οι εμφυτευτές (κολίγοι) να παραδίδουν στα πατητήρια τους το 1/3 των παραγόμενων σταφυλιών. Επί Ελ. Βενιζέλου το ποσοστό υποχρεωτικής εισφοράς μειώθηκε στο 1/5.
Το 1923 το κράτος απαλλοτρίωσε τα μοναστηριακά κτήματα, μεταξύ άλλων και το κτήμα Βουρβά που ανήκε στη Μονή Πεντέλης, και τα διένειμε στους ακτήμονες έναντι μικρού τιμήματος που το ξεπλήρωσαν σε βάθος χρόνου.

Ο οικισμός

Τα Σπάτα κτίστηκαν στις κορυφές και τα πρανή δύο λόφων ανατολικά του Υμηττού στο κέντρο της πεδιάδας των Μεσογείων.
Ο οικισμός αναπτύχθηκε γραμμικά κατά μήκος ενός κεντρικού άξονα, που ήταν ο δημόσιος δρόμος και εξαπλώθηκε στους δύο λόφους άναρχα, χωρίς σχεδιασμό.
Οι εσωτερικοί δρόμοι δημιουργήθηκαν από τα κενά που άφηναν οι ιδιοκτησίες με τις ψηλές μάντρες και μερικές φορές ήταν οφιοειδή στενά που κατέληγαν σε αδιέξοδα.
Όπου οι ιδιοκτήτες ήταν γενναιόδωροι οι δρόμοι έγιναν φαρδύτεροι. Μέριμνα για ελεύθερους χώρους δεν υπήρχε, όσοι προέκυψαν ήταν γύρω από βρύσες, εκκλησίες, σταυροδρόμια και από παραχωρήσεις ιδιοκτητών.
Το χωριό επικοινωνούσε με τα γύρω χωριά και το αστικό κέντρο με μικρούς, χωμάτινους δρόμους που ξεκινούσαν από τα δύο άκρα του. Το δυτικό οδηγούσε προς την Αθήνα και το ανατολικό προς τη θάλασσα της Λούτσας.
Η ύπαρξη, μέχρι και σήμερα, ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων που χαρακτηρίζονται από τα ονόματα των πρώτων κατοίκων, φανερώνει τη συγγενική σχέση που είχαν αυτοί μεταξύ τους. Έτσι δημιουργήθηκαν οι γειτονιές:
Μπεκαίικα, Κατσικαίικα, Τουνταίικα, Φραγκαίικα, Παπαχρησταίικα κ.ά.

Η διαμόρφωση του οικισμού

Όπως σε κάθε μικρό τόπο έτσι και στα Σπάτα το σημείο αναφοράς ήταν η εκκλησία.
Η Κοίμηση της Θεοτόκου άρχισε να κτίζεται το 1870 στη θέση προγενέστερου ναΐσκου αφιερωμένου στον Αγ. Γεώργιο όπου βρισκόταν και το πρώτο κοιμητήριο του χωριού. (Αργότερα <1900-1910> μεταφέρθηκε έξω από το χωριό στον προαύλιο χώρο του Αγ. Δημητρίου στη θέση Τουραλή). Εγκαινιάστηκε το 1877 και δέσποζε με τον επιβλητικό της όγκο αφού ήταν ορατή απ’ όλα τα σημεία του χωριού. Στ’ ανατολικά της υπήρχε ένας υπέροχος κήπος με φοίνικες και δάφνες όπου βρισκόταν και το Ηρώον. Το 1937 ο ελεύθερος χώρος μπροστά από την εκκλησία ονοματοδοτήθηκε σε Πλατεία Ηρώων και το 1947 μεταφέρθηκε εκεί το μνημείο των πεσόντων. Στην πλατεία της εκκλησίας γίνονταν οι δημόσιοι χοροί στις μεγάλες γιορτές, τα γλέντια στο πανηγύρι του χωριού, ο εορτασμός των εθνικών επετείων και όλες οι κοινωνικές εκδηλώσεις. Εκεί ήταν και η πρώτη αφετηρία των λεωφορείων.
Λίγα μέτρα πιο κάτω βρισκόταν το κοινοτικό γραφείο πλάι στην αδιαμόρφωτη πλατεία Μιχαλάκη όπου υπήρχε και δημόσιο πηγάδι για την ύδρευση του χωριού. Για μεγάλο χρονικό διάστημα το γραφείο της Κοινότητας συστεγάστηκε με την πρώτη συγκροτημένη σχολική μονάδα του χωριού. Το 1930-32 εγκαινιάστηκε το Α΄ Δημοτικό Σχολείο στη θέση Πυργάρι και απετέλεσε το επιβλητικότερο δημόσιο κτήριο του χωριού. Το 1934 στη δυτική πλευρά του οικισμού θεμελιώθηκε ο Ναός της Αναστάσεως του Χριστού που εγκαινιάστηκε την 25-3-1935. Το 1971 μετατράπηκε σε Ιερό Προσκύνημα και προσήλκυσε στα Σπάτα προσκυνητές απ’ όλη την Ελλάδα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 κτίστηκε και το Β΄Δημοτικό Σχολείο στο λόφο της Δεξαμενής επί της οδού Αθηνάς σε έκταση που παραχωρήθηκε από κατοίκους του χωριού.
Η μεγαλύτερη πλατεία του χωριού, η πλατεία Ξενοφώντος, διαμορφώθηκε το χρονικό διάστημα 1953-1956 παρ’ ότι είχε παραχωρηθεί από το Σταύρο Γ. Μπέκα από το 1912.
Στη βόρεια είσοδο του χωριού θεμελιώθηκε και το 1955-56 λειτούργησε το Δημοτικό Στάδιο του χωριού. Μέχρι τότε οι αθλητικές δραστηριότητες γίνονταν στο προαύλιο του Α΄ Δημοτικού.
Σημείο αναφοράς για το χωριό ήταν και το κτήριο του Αμπελουργικού Συνεταιρισμού, ένα κτίσμα της δεκαετίας του 1930 όπου συγκεντρωνόταν η κατ’ εξοχήν αγροτική παραγωγή σταφυλιών με σκοπό την προώθηση και διάθεση.
Ζωογόνος δύναμη για το χωριό ήταν «οι βρύσες» στη δυτική είσοδο δίπλα στο μεγάλο πηγάδι του «Πούσι Γκέρε» (φαρδύ πηγάδι). Από εκεί υδρευόταν το χωριό στις αρχές του 20ου αι. όταν δεν υπήρχε δίκτυο. Νωρίς το πρωί με τα κανάτια στον ώμο ή στα γαϊδουράκια, μικροί μεγάλοι, κουβαλούσαν νερό για τις ανάγκες του σπιτιού.

Η αγορά

«Το χωριό κατοικούν υγιείς και ευτυχείς άνθρωποι. Καθαροί οι δρόμοι του και περιποιημένα τα σπίτια του. Η ανηφορική οδός, που περνά ανάμεσα από το χωριό, έχει καλήν δενδροστοιχίαν ακακιών και μουριών»… Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα του επισκέπτη το 1922, όπως έγραφε σε άρθρο του «ο Πεζοπόρος» στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της εποχής.
Η κεντρική αγορά στα Σπάτα, όπου χτυπούσε η καρδιά του χωριού, άρχιζε από την εκκλησία και έφτανε μέχρι την πλατεία της κοινότητας. Είχε ζωηρή κίνηση από νωρίς το πρωί μέχρι το βράδυ. Τα κάρα και οι σούστες ξεκινούσαν για τις αγροτικές δουλειές και οι μαγαζάτορες άνοιγαν τα καταστήματά τους. Καφενεία, μπακάλικα, μανάβικα, χασάπικα, ψαράδικα, κουρεία, καπνοπωλείο, πρακτορείο εφημερίδων, βενζινάδικα, φούρνοι, ταβέρνες – μαγειρεία, τσαγκάρικα αλλά και πεταλωτήρια, καροποιεία, σιδεράδικα και εμπορικά εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κατοίκων και των επισκεπτών.





Το 1907 στα Σπάτα, υπήρχαν επτά μπακάλικα – μανάβικα, ένα καφενείο, ένα οινοπωλείο και ένα τσαγκαράδικο και οι ιδιοκτήτες τους ασκούσαν παράλληλα και την αγροτική τους δραστηριότητα.
Τη δεκαετία του 1930 υπήρχαν τουλάχιστον δέκα καφενεία και άλλες τόσες ταβέρνες και μπακάλικα, όχι μόνο στην αγορά αλλά και στις γειτονιές που διατηρήθηκαν μέχρι και τη δεκαετία του 1960. Έτσι συμπληρωνόταν το οικογενειακό εισόδημα και γινόταν η διάθεση του κρασιού.
Στον κεντρικό δρόμο του χωριού, που πιθανότατα γύρω στα 1947 ονοματοδοτήθηκε σε Βασ. Παύλου, στηνόταν και το γλέντι τις ημέρες του πανηγυριού. Τότε άλλαζε όψη! Τα στολισμένα μαγαζιά, οι πλανόδιοι μουσικοί με τις λατέρνες, οι λαϊκές ορχήστρες και η χαρούμενη διάθεση των κατοίκων έφερναν στο χωριό ένα κοσμοπολίτικο άρωμα.
Σ’ αυτόν τον ίδιο δρόμο της αγοράς γινόταν και η Κυριακάτικη βόλτα των νέων με τα «καλά» τους ρούχα. Εκεί ξεκινούσαν και τα πρώτα χτυποκάρδια και οι κλεφτές ματιές ανάμεσα τους.
Η αγορά ήταν ο τόπος συνάντησης των ανδρών μετά το τέλος μιας κοπιαστικής ημέρας για να πιούν ένα καφέ ή ένα ποτήρι κρασί. Οι γυναίκες δεν είχαν καμία θέση εκεί, αρκούνταν μόνο στη «ρούγα» της γειτονιάς και τις επισκέψεις στους συγγενείς.

Κοινωφελείς υπηρεσίες

Ύδρευση

Το χωριό στις αρχές του 20 αι. δεν είχε υδροδοτικό δίκτυο. Οι κάτοικοι εξυπηρετούνταν από πηγάδια που υπήρχαν μέσα και γύρω από το χωριό. Το μεγαλύτερο πηγάδι ήταν το «Πούσι Γκέρε» και βρισκόταν δίπλα στο εκκλησάκι του Αγ. Αθανασίου. Με διάφορα μέσα κουβαλούσαν νερό στα σπίτια για τη λάτρα αλλά και για πόσιμο. Με πρωτοβουλία της εκκλησιαστικής επιτροπής της Κοίμησης της Θεοτόκου συγκεντρώθηκαν χρήματα και κατασκευάστηκε ανοικτός αγωγός από την πηγή του γειτονικού λόφου «Μπούρας» μέχρι το μεγάλο πηγάδι.
Άλλα πηγάδια μέσα ή κοντά στο χωριό αναφέρονται στην πλατεία δίπλα στο Κοινοτικό γραφείο, στην περιοχή Τζιότη και στο Προκαλίσι. Τα σπίτια στα χαμηλά σημεία του χωριού είχαν δικά τους πηγάδια.
Το πρώτο δίκτυο ύδρευσης έγινε επί Κοινοτάρχη Δημ. Σιδέρη στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Το 1946 με την απόφαση (253/8-12-1946) του κοινοτικού συμβουλίου και του προέδρου Αντωνίου Κ. Πρίφτη έγινε αναγκαστική απαλλοτρίωση δέκα στρεμμάτων στη θέση Πλατάνα – Πεντέλης ώστε να έρθει νερό στο χωριό. Το 1949 επί προεδρίας Κων. Σταύρου υπογράφηκε συμβόλαιο και δόθηκε αποζημίωση 8.000.000 δρχ. στη Μονή Πεντέλης για το δικαίωμα ύδρευσης. Το 1952 έγινε απαλλοτρίωση κτημάτων προκειμένου να διέλθει ο αγωγός από την Πλατάνα στα Σπάτα, ο οποίος ολοκληρώθηκε επί δημαρχίας Χρ. Μπέκα ταυτόχρονα με το δίκτυο αποχέτευσης των ομβρίων. Στην πορεία το δίκτυο ενισχύθηκε με νερό από τα Καλλίσια της περιοχής Ντράφι.
Το νερό μέσω του δικτύου έφτανε στη δεξαμενή του χωριού και κάθε δεκαπέντε ημέρες διοχετευόταν στα νοικοκυριά. Ο τελάλης ανακοίνωνε στις γειτονιές την ημέρα και τις ώρες λειτουργίας του δικτύου.
Οι κάτοικοι γέμιζαν τις στέρνες τους στις οποίες έριχναν ασβέστη και βδέλλες για απολύμανση. Αργότερα όσοι επιθυμούσαν μετέφεραν νερό με βυτιοφόρα από το Στημονάρι (πηγάδι Παπαναστασίου) ή πόσιμο της ΟΥΛΕΝ από τα Γλυκά Νερά.
Το 1965 έγινε γεώτρηση στη θέση «Πάτημα» της περιφέρειας Σπάτων όπου σε βάθος 114 μ. βρέθηκε αρκετή ποσότητα νερού και λύθηκε το υδροδοτικό πρόβλημα του χωριού.
Μετά το 1984 τα Σπάτα συνδέθηκαν με το δίκτυο της ΟΥΛΕΝ.

Ηλεκτροδότηση

Για πολλά χρόνια το λυχνάρι και η λάμπα φώτιζαν τα βράδια των κατοίκων του χωριού. Μ’ αυτό το αχνό φως και τη φλόγα του τζακιού οι νοικοκυρές μαγείρευαν, κεντούσαν και ύφαιναν στον αργαλειό. Μ’ αυτό το λιγοστό φως διάβαζαν και έγραφαν τα παιδιά.
Το 1928 ιδρύθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία ηλεκτροφωτισμού Σπάτων ΟΕΗΣ των Καλλιμάνη – Σουβαλιώτη – Αποστολάτου και το χωριό ηλεκτροδοτείτο με ρεύμα 120v από τις 3π.μ. – 6π.μ. και για τρεις με τέσσερις ώρες το βράδυ.
Το 1950 εγκαταστάθηκε υποσταθμός της POWER δίπλα στο πηγάδι του «Πούσι – Γκέρε» και από τότε η περιοχή αποκαλείτο «ηλεκτρική».
Το 1964 τα Σπάτα συνδέθηκαν με το δίκτυο ηλεκτροφωτισμού της ΔΕΗ.

Συγκοινωνία

Οι κάτοικοι των Σπάτων σπάνια έφευγαν από το χωριό. Όταν χρειαζόταν όμως να κατέβουν στην Αθήνα χρησιμοποιούσαν τις σούστες τους ή ειδικά διαμορφωμένες σούστες ιδιωτών με καθίσματα και τέντες από μουσαμά που έκαναν το δρομολόγιο. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν και το σιδηρόδρομο της γραμμής του Λαυρίου. Άφηναν τις σούστες τους στο σταθμό της Κάντζας (Καμπά) και επιβιβάζονταν στο τρένο. Τα τοπικά προϊόντα (μούστο, λάδι, κρασί, σανό κ.λπ.) τα μετέφερε με το κάρο του ο κάθε παραγωγός.


Το 1930 ήρθαν τα πρώτα τέσσερα λεωφορεία στο χωριό και ξεκίνησαν το δρομολόγιο ανά μια ώρα Αθήνα – Σπάτα – Αθήνα. Στην πρωτεύουσα η αφετηρία αρχικά ήταν στην Πλ. Βάθη και αργότερα στο Θησείο δίπλα στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο. Στα Σπάτα τα λεωφορεία στάθμευαν στην πλατεία της εκκλησίας της Παναγίας και αργότερα στην πλατεία μπροστά από την Κοινότητα. Προς τη Λούτσα τα δρομολόγια άρχισαν αργότερα με ένα λεωφορείο την ημέρα που ξεκινούσε το πρωί και επέστρεφε το απόγευμα.
Τα πρώτα αστικά λεωφορεία ανήκαν στο «Κοινό Ταμείο» της 10ης Αστικής Κοινής Διεύθυνσης.
Για την ιδιωτική μεταφορά των κατοίκων υπήρχαν και δύο ταξί στο χωριό. Σκωπτικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι το ταξί του «Βασιλάκη» μετέφερε ασθενείς και εγκύους σε νοσοκομεία της Αθήνας και το ταξί «Τρίλλη» μετέφερε «τους ερωτευμένους» που μόλις είχαν «κλεφτεί».

Τηλεγραφείο – Τηλεφωνείο

Το τηλεγραφείο και το ταχυδρομείο βρισκόταν στο κοινοτικό γραφείο και το πρώτο τηλέφωνο τοποθετήθηκε, το 1911, στην αίθουσα του δάσκαλου Παναγιώτη Παπαδόπουλου στο παλιό σχολείο που συστεγαζόταν με το κοινοτικό γραφείο.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 τοποθετήθηκε τηλέφωνο με αριθμ. 055200 στο κοινοτικό γραφείο. Το πρώτο τηλέφωνο «Διά τό κοινόν» λειτούργησε το 1954 στο καφενείο του Ιωάννη Κων. Δημητρίου, που διέθετε ξύλινη καμπίνα και είχε μετρητή μονάδων.

Τράπεζες

Τραπεζικό κατάστημα δεν υπήρχε στο χωριό. Μαρτυρίες αναφέρουν πως υπήρχε συνεργάτης της Αγροτικής τράπεζας στο κοινοτικό γραφείο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ερχόταν αυτοκινούμενο όχημα της Εθνικής Τράπεζας που στάθμευε στις πλατείες και εξυπηρετούσε τους λιγοστούς πελάτες.

Ιστορίες του χωριού μας

Ο παπα Γιώργης

Στην Κατοχή ο Πλούμπης, που ήταν σταχτέρης, πήγε στον παπα- Γιώργη τον Μπερτόλη και του ζήτησε λάδι.
Ο παπάς αρνήθηκε λέγοντας: «δεν έχω».
Κάποια μέρα που έκανε λειτουργία στο κοιμητήριο του Αγίου Δημητρίου, ο Πλούμπης πήγε κρυφά στο μικρό ανατολικό άνοιγμα του Ιερού και αλλάζοντας τη φωνή του είπε:
«Γεώργιε, Γεώργιε, δώσε λάδι στον Πλούμπη γιατί θα σε τιμωρήσω».
Την επομένη ο παπα-Γιώργης συνάντησε τυχαία στην αγορά τον Πλούμπη, τον σταμάτησε και του είπε: «Έχω λίγο λάδι, έλα να σου δώσω».

Ο Αράπης ή Αντάρτης

Το συμβάν διαδραματίζεται γύρω στα 1910.
Ο Αράπης ή Αντάρτης ήταν ένας σωματώδης, άγριος, μελαχρινός επιστάτης στο Μετόχι του Βουρβά που ανήκε στην Ιερά Μονή Πεντέλης.
Ήταν ιδιαίτερα σκληρός και βασανιστικός με τους εργάτες που είχε στη δούλεψή του.
Τα βράδια ανέβαινε από το Βουρβά στο χωριό όπου μεθούσε, έβριζε και προκαλούσε το φόβο και τον τρόμο των κατοίκων.
Κάποιο βράδυ, αφού είχε μεθύσει, τρεκλίζοντας πήρε το δρόμο της επιστροφής για το Βουρβά.
Στην συμβολή των οδών Ελ. Βενιζέλου και Β. Παύλου, κάποιοι από το χωριό του έστησαν καρτέρι. Τον χτύπησαν μ’ ένα ξύλο στο κεφάλι και ζαλισμένος όπως ήταν κατέφυγε στο υπόγειο του σπιτιού του Χρήστου Μαργέτη και κρύφτηκε κάτω από τα βαρέλια.
Εκεί τον βρήκαν οι διώκτες του και τον σκότωσαν. Μετά το φονικό τον έδεσαν από τα πόδια πίσω από ένα κάρο και τον περιέφεραν στο χωριό σαν τρόπαιο.
Υπάρχει μαρτυρία ότι στο περιστατικό έλαβαν μέρος άνδρες του σογιού των Παπαχρήστου, γι’ αυτό και τους βγήκε το παρατσούκλι «Αράπης».

Επιδρομές (1)

Μία από τις μεγαλύτερες εισβολές εντόμων στο Μεσογείτικο κάμπο ήταν κι αυτή της άνοιξης του 1923. Οι παλαιοί τη θυμούνται με δέος. Σμήνη ακρίδων, κατά κύματα, είχαν εγκατασταθεί στον απέραντο αμπελώνα και κατέτρωγαν τα τρυφερά φύλλα των κλημάτων. Ο κάμπος δεν φαινόταν, είχε καλυφθεί από ένα τεράστιο σύννεφο που «σκοτείνιασε ακόμα και τον ήλιο». Οι Μεσογείτες αμπελουργοί, άλλοι – οι πιο τυχεροί – καλυμμένοι με κουκούλες μελισσοτρόφων, άλλοι με «ψαθάκια» εφοδιασμένα με πέπλο (γάζες) γύρω – γύρω μέχρι τους ώμους κι άλλοι με οποιοδήποτε προστατευτικό μέσο πάλευαν, σε μια απελπισμένη και αμφίβολης αποδοτικότητας προσπάθεια – με (γεωργικά) «φάρμακα» – να εξοντώσουν τα έντομα. Δεν γινόταν τίποτα! Ήταν τόση η ακρίδα που είχε πέσει, ώστε «η γης είχε πρασινίσει», από την πολλή ακρίδα, βέβαια.
Αλλόφρονες κι απελπισμένοι οι Μεσογείτες αμπελουργοί, αδύναμοι να αντιδράσουν, έβλεπαν το βιος τους και το εισόδημά τους να χάνεται για τα προσεχή πέντ’ έξι τουλάχιστον χρόνια. Γιατί, αφού είχε φαγωθεί το φύλλο (ο «πνεύμονας»), το «κλήμα» – δηλαδή το φυτό, ο κορμός, «το κούτσουρο» – θα ξεραινόταν.
Και για να ξαναγίνει νέο αμπέλι (φυτεία) χρειάζονταν πέντε χρόνια φροντίδας και έξοδα. Κάτι τέτοιο λοιπόν προοιωνιζόταν από την κατά κύματα μεγάλη επιδρομή της ακρίδας τον «μαύρο εκείνο Απρίλη» (ενν. του 1923).
Πάνω στην απελπισία του ο αδύναμος ιδιαίτερα άνθρωπος, καταφεύγει στο Θεό, επικαλείται την προστασία των Θείων επουράνιων Δυνάμεων…Αυτό έκαναν και οι ευσεβείς Μεσογείτες. Αναφέρω σε συντομία μια δυο από τις ενέργειές τους.
Οι κάτοικοι της πληγείσης περιοχής (Σπάτων, Παιανίας, Κορωπίου και Μαρκοπούλου) άρχισαν τις λιτανείες. Οι ικετήριες όμως εκείνες και πάνδημες θρησκευτικές πομπές, με περιφορές εικόνων και με γονυκλισίες, δεν απέδωσαν. Γι’ αυτό και οι κάτοικοι της Παιανίας σκέφτηκαν να «πάνε παραπάνω, στο Δεσπότη». Συστήθηκε μια επιτροπή από έγκριτους οικογενειάρχες η οποία και παρουσιάστηκε στην αγιότητά του. Πρέπει να πω ότι οι μισοί από αυτούς ήσαν αγράμματοι. Μίλησε πρώτος ο πιο ηλικιωμένος, παλαιός επίτροπος (θα μου επιτραπεί να μην αναφέρω τα ονόματά τους εκτός από έναν, τον πατέρα μου), εντιμότατος, γνωστός του ιεράρχη.
«Ήρθαμε, Σεβασμιότατε, να μας πείτε τι πρέπει να κάνουμε για να διώξουμε…να διώξουμε από τον κάμπο τα (κόμπιασε λίγο, πήρε φόρα και το «πέταξε»)…τα καρκαλέτσια!»
«Ποια είπες;» λέει ο Δεσπότης απορημένος.
«Το καρκαλέτσι, άγιε πατέρα» (και, αποτεινόμενος στο διπλανό του, του ψιθυρίζει, στ’ αρβανίτικα: βρε Μήτσο, πώς το λένε ελληνικά;)
«Να σας το πω εγώ», απαντάει ο Μήτσος Παπ. «Καρκαλέτσιον το λέμε όταν είναι ένα και καρκαλέτσια λέμε όταν είναι πολλά. Τώρα έχουν πέσει όχι πολλά, αλλά μιλιούνια! Έχει σκοτεινιάσει ο κάμπος!».
Κάποιος εξήγησε στο Δεσπότη ότι εννοούσαν τις ακρίδες.
«Γι’ αυτό το θέμα», είπε ο ιεράρχης, «μίλησα με τους Σπαταναίους. Τους είπα τί πρέπει να κάνουν. Πείτε το και στους Λιοπεσιώτες, τους Κορωπιώτες και τους Μαρκοπουλιώτες, ας μην κάνουν οι άνθρωποι τον κόπο να έρθουν για το ίδιο θέμα».

Επιδρομές (2)

Ο αξέχαστος φίλος Δημ. Σωτ. Μάρκου, από τα Σπάτα, περιγράφει κατά τρόπο γλαφυρό και τεκμηριωμένο, πώς «ο προστάτης των αμπελουργών Άγιος Σεραφείμ» έσωσε εκείνη την εποχή τους Μεσογείτες από τη μάστιγα της ακρίδας, κατά την αξέχαστη εκείνη καταστροφική επιδρομή του εντόμου τούτου στον καταπράσινο κάμπο.
«Οι Σπαταναίοι», γράφει, «πάνω στην απελπισία τους άκουσαν ότι σε κάποιο μοναστήρι της Λιβαδειάς υπάρχει η Κάρα του Αγίου Σεραφείμ που είναι προστάτης των αμπελουργών και ότι είναι δυνατόν ο Άγιος να τους σώσει. Με πίστη πήγαν λοιπόν κι έφεραν την Κάρα στο χωριό και όρισαν αμέσως την ημέρα για την πάνδημη λιτάνευση της Κάρας, σ’ όλο τον κάμπο. Έταξαν μάλιστα ότι, αν σωθούν, θα χτίσουν στο όνομα του Αγίου Σεραφείμ εκκλησία στη θέση «Βαλανιδέζα».
Πράγματι, την επόμενη κιόλας μέρα, συγκεντρώθηκε όλο το χωριό, με την Κάρα μπροστά, με τα εξαπτέρυγα και τους παπάδες και πίσω ο κόσμος (είχαν φτάσει εκεί κι άλλοι Μεσογείτες). Έκαναν πολλές στάσεις σε διάφορα σημεία του κάμπου και με δάκρυα προσευχήθηκαν. Τέλος, η πομπή κατέληξε στο σημείο που όρισαν να χτιστεί η εκκλησία και στη συνέχεια έγινε η απόλυση.
Στο πέρασμα της Κάρας του Αγίου τα σμήνη της ακρίδας έπεφταν στη γη και δεν εμπόδιζαν τους περαστικούς όπως πρώτα, πετώντας εδώ κι εκεί και, πράγμα παράδοξο, οι ακρίδες συγκεντρώνονταν στο κέντρο (μέση) των αγροτικών δρόμων και, σαν να τις οδηγούσε κάποιο αόρατο χέρι, έπαιρναν κατεύθυνση προς τα ανατολικά, προς τον Νότιο Ευβοϊκό Κόλπο. Μόλις τέλειωσε η λιτανεία και ο κόσμος γύρισε στο χωριό, φύσηξε «θρασκιάς» (ισχυρός δυτικός άνεμος) που έριξε τις ακρίδες στη θάλασσα, χωρίς να μείνει ίχνος από αυτές στον κάμπο. Η θάλασσα μαύρισε και βρώμισε αφόρητα η παραλία. Και πάλι, όμως! Μετά από δύο ημέρες φύσηξε «κάρυστος» (βορειοανατολικός άνεμος), που παρέσυρε βαθιά στη θάλασσα την ακρίδα, χωρίς να προλάβουν να κάνουν το παραμικρό οι γεωργοί να καθαρίσουν, για να σώσουν τον τόπο από την απειλούμενη ασθένεια…
…Το χωριό έχτισε, όπως υποσχέθηκε στον Άγιο, την εκκλησία στη θέση Βαλανιδέζα, και στις 6 Μαΐου κάθε χρόνο, την ημέρα της μνήμης Του, εορτάζεται το γεγονός…»

Από το βιβλίο του Γ. Χατζησωτηρίου «Ιστορίες από τα χωριά των Μεσογείων».

Επισκέψη της Βασιλικής οικογένειας στα Σπάτα

Χειρόγραφη μαρτυρία του Σταύρου Σπ. Μπέκα (1901-1995)
“Το 1908 ο Βασιλεύς της Ελλάδος Γεώργιος ο Α΄ μετά της Βασιλίσσης Όλγας και δύο Πριγκιπισσών, μίαν ηλιόλουστον ημέραν, επεσκέφθησαν τα Σπάτα. Οι Βασιλείς και αι Πριγκίπισσαι, περιήρχοντο του χωρίου μας πεζή και όταν έφθασαν βαδίζοντες προ της οικίας του Μιχαήλ Χρ. Παπαχρήστου, πρώην Δημάρχου Κρωπίας των Μεσογείων, είδον εις την αυλήν της οικίας του ποικιλίαν ανθέων και φυτών.
Εισήλθον εις την αυλήν της οικίας θαυμάζοντες τα ωραία άνθη και φυτά.
Ο Μιχαήλ Παπαχρήστου αντιληφθείς τους Βασιλείς εις την αυλήν του, τους εκάλεσε αμέσως να ανέλθουν εις την οικίαν του. Οι Βασιλείς και αι Πριγκίπισσαι εισήλθον και χαρούμενοι άπαντες της οικογενείας υποδεχόμενοι τους Βασιλείς.
Το συζυγικόν ζεύγος Παπαχρήστου είχε θετήν κόρην, την ωραιοτάτην Ελένην, είκοσι περίπου ετών. Οι Βασιλείς εντός της οικίας αντίκρυσαν παλαιά και ωραία ενδύματα φούντια, πεσκούλια κ.ά.
Παρεκάλεσαν την Ελένην να ενδυθεί με τα ωραία παλαιά ενδύματα. Η Ελένη προθύμως ενεδύθη και εξήλθε ενδεδυμένη με τα παλαιά ενδύματα, τα οποία εθαύμασαν οι Βασιλείς και αι Πριγκίπισσαι.
Κατόπιν απεχαιρέτησαν την οικογένειαν Παπαχρήστου, ευχαριστούντες αυτούς. Ανεχώρησαν κατόπιν πεζή, μέχρι του Ιερού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και επιβάντες του αυτοκινήτου των ανεχώρησαν δια τας Αθήνας, υπό τάς ζητωκραυγάς των κατοίκων των Σπάτων.
Ο Δημοδιδάσκαλός μας Αναστάσιος Σανιάνος, καταγόμενος εκ Μικράς Ασίας, είχε παρατάξει τους μαθητάς της τάξεώς του εις το προαύλιον της εκκλησίας και εζητωκραύγαζον τους Βασιλείς κατά την αναχώρησίν των”.

Το άλογο

Τα ζώα και ιδιαίτερα τα άλογα και τα μουλάρια στα δύσκολα χρόνια των παππούδων μας, ήταν η ‘‘κινητήρια δύναμη’’ της υπαίθρου. Με τη βοήθειά τους και τη σκληρή δουλειά έζησαν και πρόκοψαν γενιές και γενιές. Όταν τύχαινε ν’ αρρωστήσει το άλογο του σπιτιού, η οικογένεια βρισκόταν σε απόγνωση. Συγγενείς και φίλοι προσέτρεχαν κοντά της για βοήθεια και συμπαράσταση. Το άλογο ήταν η περιουσία της και η αγορά του ανερχόταν στο ποσό των 12.000 δρχ., όταν το μεροκάματο της εποχής ήταν 30 δρχ.
Παρακάτω παραθέτουμε σχετική μαρτυρία, που μας τη διηγήθηκαν απόγονοι του Βασίλη Μάρκου(Βασιλ’ Κόλλια).
Τον Ιούλιο του 1925, το άλογο του Βασιλ’ Κόλλια αρρώστησε σοβαρά. Τα πόδια του δεν το κρατούσαν όρθιο, τρέκλιζε και δυσκολευόταν να βγει στα κτήματα. Παρά τα γιατροσόφια το ζώο χειροτέρευε. Την παραμονή της γιορτής της Αγίας Μαρίνας (27η Ιουλίου), ο μπάρμπα Βασίλης είδε στο όνειρό του μια μαυροφορεμένη γυναίκα και της μίλησε για την κατάσταση του αλόγου του. Εκείνη, αφού τον άκουσε προσεκτικά, του είπε να πάει το άλογο στην Αγία Μαρίνα στο Θησείο, που εκείνη την εποχή κτιζόταν. Πράγματι, σηκώθηκε πριν ακόμη χαράξει, έζεψε το άλογό του και ξεκίνησε για την Αθήνα.
Όταν έφτασε κοντά στην εκκλησία, το άλογο έβγαλε το καπίστρι και προχώρησε μέχρι την πόρτα της εκκλησίας, σαν ποτέ να μην είχε αρρωστήσει.
Απ’ αυτή τη χρονιά ο μπάρμπα Βασίλης πήγαινε με το άλογό του, κάθε χρόνο, στη γιορτή της στο Θησείο. Στη χάρη της δε, έκτισε, μαζί με άλλους Σπαταναίους, το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας Λοιμικού (μέσα στη Ναυτική Βάση) στο Μαραθώνα.