ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ

Τα σπίτια του χωριού που στέγασαν και ανέθρεψαν τους προπάππους μας δεν υπάρχουν πια. Μόνο λίγα απομεινάρια για να μας θυμίζουν ότι τα Σπάτα ήταν κάποτε ένα μικρό χωριουδάκι με πέτρινα, χαμηλά, ασβεστωμένα σπιτάκια που είχαν ευρύχωρες αυλές και ελεύθερο ορίζοντα. Λίγοι ιδιοκτήτες, ευτυχώς, διατήρησαν τις παλιές τους κατοικίες, συντηρώντας τες με σχολαστικότητα επειδή έγκαιρα κατάλαβαν την αξία, την ιστορία και την ομορφιά της απλότητάς τους. Οι περισσότεροι, όχι άδικα ίσως, αναζήτησαν μεγαλύτερη λειτουργικότητα και «ευκολίες» σε νεότερες κατασκευές.

Η κατασκευή του σπιτιού

Από τα μέσα του 19ου αι. κι έπειτα, που το χωριό πήρε τον οριστικό του σχηματισμό, τα σπίτια κτίστηκαν ανάλογα με τις ανάγκες και την οικονομική ευχέρεια των ιδιοκτητών τους. Κατασκευάστηκαν σπίτια απλά με λιτή γεωμετρική μορφή. Το κύριο χαρακτηριστικό της κατοικίας είναι η ενσωμάτωσή της σ’ ένα περιμετρικό συγκρότημα βοηθητικών χώρων που ήταν απαραίτητοι στη γεωργοκτηνοτροφική απασχόληση των κατοίκων.
Αποτελείτο από ανοικτούς και κλειστούς χώρους και ήταν περιτριγυρισμένη από ψηλό, πέτρινο, ασβεστωμένο μαντρότοιχο, που έδινε την εικόνα οχυρού και ταυτόχρονα φανέρωνε την εσωστρέφεια των μελών της τοπικής κοινωνίας.
Πάνω σ’ αυτό το μαντρότοιχο ακουμπούσαν όλα τα κτήρια και είχαν άμεση πρόσβαση σε μια ευρύχωρη αυλή. Η κύρια κατοικία φρόντιζαν να έχει ανατολικό προσανατολισμό και μικρά ανοίγματα προς το βοριά. Η μόνη επικοινωνία του εσωτερικού με το δημόσιο χώρο γινόταν από τη μεγάλη αυλόπορτα που στην αρβανίτικη διάλεκτο λεγόταν «ντεραυλή».
Βασικό δομικό υλικό ήταν η πέτρα που την κουβαλούσαν με τα κάρα από τις περιοχές της Πράρεζας, της Πύριζας, το νταμάρι του Χαρβατίου και από το ξεχέρσωμα των χωραφιών.
Οι εξωτερικοί τοίχοι είχαν 50-60 εκ. πλάτος και σοβαντίζονταν συνήθως μόνο εσωτερικά με άμμο που κουβαλούσαν από το ποτάμι του Πικερμίου και την περιοχή Λίθι.
Η ξύλινη στέγη, ανάλογα με τον τύπο του σπιτιού, ήταν μονόρριχτη, δίρριχτη ή τετράρριχτη κεραμοσκέπαστη. Στηριζόταν σε κέδρινους κορμούς και πάτερα, ιδιαίτερα σκληρά και ανθεκτικά, που μετέφεραν από τα δάση που βρίσκονταν στους ανατολικούς πρόποδες του Υμηττού.
Η κατασκευή της στέγης ήταν το δυσκολότερο τεχνικά σημείο της οικοδόμησης του σπιτιού και διέφερε κατά περίπτωση.
Στις μονόρριχτες, που ήταν οι πιο απλές, η στήριξη γινόταν με μεγάλα ξύλινα δοκάρια, τα πάτερα , βένιες ή τράβες που ξεκινούσαν από τον ψηλότερο τοίχο, δηλαδή την πλάτη του σπιτιού και κατέληγαν στο χαμηλότερο, την πρόσοψη. Έτσι δημιουργείτο ένα κεκλιμένο επίπεδο. Το κενό που άφηναν τα πάτερα το έκλειναν με ξερά κλαδιά τις σκάρπες (λεπτά κλαδιά με τα παρακλάδια τους), με καλάμια ή δεμάτια θάμνων που τα είχαν πατήσει προηγουμένως για να ισιώσουν. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν και μια επιπλέον στρώση από πηλό πριν το επιστέγασμα με λευκά κεραμίδια.
Στις δίρριχτες στέγες χρησιμοποιούσαν ένα μεγάλο, γερό, κέδρινο κορμό, μήκους 5 μ. περίπου, και διατομής 20-30 εκ. που τον στήριζαν στις στενές πλευρές του σπιτιού. Στο «μεσοδόκι» όπως λεγόταν κάρφωναν τα πάτερα προς τους τοίχους της πρόσοψης και της πλάτης του σπιτιού, που είχαν συνήθως το ίδιο ύψος και έτσι δημιουργείτο αέτωμα.
Οι τετράρριχτες στέγες απαιτούσαν ιδιαίτερη τέχνη και μαστοριά επειδή ήταν πολυσύνθετες. Βασίζονταν σε τριγωνικό, ζευκτό σκελετό με πάτερα και ψαλίδια που στην τελική τους μορφή σχημάτιζαν δύο τρίγωνα και δύο τραπέζια. Όταν η στέγη τελείωνε ο πρωτομάστορας έφτιαχνε ένα σταυρό με λουλούδια και έβαζε ένα μαντήλι στην κορυφή του για «τα καλορίζικα». Συγγενείς και φίλοι έφερναν μαντήλια, δώρο στους κτιστάδες, ή λουκουμάδες σε πιάτο, το οποίο δεν επιστρεφόταν.
Το δάπεδο άλλοτε βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο μ’ αυτό της αυλής και άλλοτε λίγο ψηλότερα. Ήταν φτιαγμένο από καλά πατημένο χώμα, που το κατέβρεχαν για να γίνεται σκληρό, ή σπανίως από «κουρασάνι». Το κουρασάνι ήταν τριμμένο κεραμίδι ανάμικτο με στρογγυλές πέτρες ή άμμος με ασβέστη. Αργότερα έγινε τσιμέντινο. Ξύλινο πάτωμα τοποθετούσαν μόνο στο «καλό» δωμάτιο του σπιτιού.


Τα κουφώματα ήταν σανιδένια. Οι πόρτες ήταν φτιαγμένες από κάθετες σανίδες και στο πάνω μέρος τους είχαν φεγγίτη και σιδεριά για φως και προστασία. Τα παράθυρα ήταν επίσης φτιαγμένα από κάθετες σανίδες που δένονταν μεταξύ τους από δυο ή τρεις οριζόντιες. Αργότερα καθιερώθηκαν τα «γαλλικά» με τις γρίλιες. Όλα ήταν βαμμένα σε χρώματα κόκκινο-κεραμιδί, καφέ ή γκρι και δημιουργούσαν μια έντονη αντίθεση με το λευκό ασβεστωμένο σπίτι.

Τύποι σπιτιών

Μέχρι και τα μέσα του 19ου αι. η κατοικία, στην ευρύτερη περιοχή των Μεσογείων, ήταν τόσο απλή που οι ξένοι περιηγητές την περιγράφουν σαν «καλυβόσπιτο».
Ήταν μονόχωρη, τετράγωνη ή ορθογώνια, κτισμένη από πέτρα, με ένα παράθυρο και μια πόρτα, όπου συνυπήρχαν άνθρωποι και ζώα. Στο κέντρο του χώρου υπήρχε η εστία για το μαγείρεμα και από μια τρύπα στην οροφή έβγαινε ο καπνός. Οι άνθρωποι, φτωχοί στην πλειοψηφία τους, κοιμούνταν στο πάτωμα σε αχυρένια κρεβάτια με τα ρούχα της δουλειάς.
Από τα μέσα του 19ου αι. κι έπειτα, που το χωριό πήρε τον οριστικό του σχηματισμό, τα σπίτια κτίστηκαν ανάλογα με τις ανάγκες και την οικονομική ευχέρεια των ιδιοκτητών τους.

Τρεις ήταν οι κυριότεροι τύποι σπιτιών που επικράτησαν:
• Το ισόγειο πλατυμέτωπο σπίτι ή «μακρυνάρι».
• Το διώροφο «πύργος» ή «πυργάκι» από το αρβ. pyrg-u.
• Το σπίτι με καμάρα ή «καμαρόσπιτο».

Το πλατυμέτωπο σπίτι ή «μακρυνάρι»

Αποτελείτο από συνεχόμενα δωμάτια με δίρριχτη στέγη που επικοινωνούσαν απ’ ευθείας με την αυλή αλλά και μεταξύ τους με ενδιάμεσες χαμηλές πόρτες. Κάθε δωμάτιο είχε τουλάχιστον ένα παράθυρο, μια πόρτα και συνήθως ανατολικό προσανατολισμό.
Αρχικά είχε δύο δωμάτια: το καθημερινό και τη σάλα ή «καλό».

Στο καθημερινό, πολλαπλής χρήσης, υπήρχε το τζάκι, που έχει μεταφερθεί πια, στο μέσον της μικρότερης πλευράς του δωματίου και έχει πλέον καμινάδα. Εκεί χτυπούσε η καρδιά του σπιτιού. Μαγείρευαν στο τζάκι κι έτρωγαν στο χαμηλό σοφρά καθισμένοι στα σκαμνάκια χωρίς ατομικά πιάτα αλλά «από τη μέση». Η οικογένεια αρχικά κοιμόταν στο πάτωμα, αργότερα τοποθετήθηκαν ξύλινες τάβλες και σχηματίστηκε ένα υποτυπώδες κρεβάτι για το ζευγάρι. Σε μια γωνιά του δωματίου στοίβαζαν τα κλινοσκεπάσματα και τα σκέπαζαν με υφαντό σεντόνι του αργαλειού.
Τα πιάτα τα τοποθετούσαν στην ξύλινη πιατοθήκη που κρεμόταν στον τοίχο κοντά στο ξύλινο ράφι για τα καρβέλια του ψωμιού. Στους γύρω τοίχους υπήρχαν μικρές εσοχές οι «πονίτσες», όπου ακουμπούσαν διάφορα αντικείμενα όπως το λυχνάρι, τη λάμπα ενώ τα ρούχα τους τα κρεμούσαν σε καρφιά που προεξείχαν στον τοίχο. Δεν είχε παροχή νερού, ούτε αποχέτευση και ο νεροχύτης (λεκάνη για τα πιάτα), εξυπηρετείτο από τσίγκινο βρυσάκι με νερό. Τα βρώμικα νερά κατέληγαν σε τσίγκινο τενεκέ που ήταν κάτω από το νεροχύτη.
Στην πιο δροσερή ή σκιερή γωνιά του δωματίου κρεμούσαν το «φανάρι» για τη συντήρηση των τροφίμων που αργότερα αντικαταστάθηκε από το ψυγείο του πάγου. Σ’ αυτό το δωμάτιο η νοικοκυρά σιδέρωνε τα ρούχα της οικογένειας με το μαντεμένιο σίδερο και τα κάρβουνα, μπάλωνε, ζύμωνε και έκανε όλες τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού.

Οι αυξημένες ανάγκες της οικογένειας οδήγησαν, στις αρχές του 20ου αι., στην προσθήκη κι άλλων δωματίων, στα ήδη υπάρχοντα, με επέκταση της στέγης. Έτσι δημιουργείται ξεχωριστό δωμάτιο για το ζευγάρι όπου τώρα κοιμάται σε σιδερένιο κρεβάτι με σομιέ. Στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι κρεμόταν η υφαντή «πάντα». Το εικονοστάσι ήταν σε μια γωνιά ψηλά με το καντήλι του άλλοτε να κρέμεται και άλλοτε σε ραφάκι. Εκεί φύλαγαν και τα στέφανα του γάμου. Υπήρχε η ντουλάπα της «στοίβας», ο καθρέπτης με την «καλημέρα» και το λαβομάνο.

Δίπλα στο καθημερινό δωμάτιο, συνήθως υπερυψωμένη κατά 2 ή 3 σκαλοπάτια, βρισκόταν η σάλα, το «καλό» δωμάτιο του σπιτιού.
Ήταν ένα μεγάλο, ψηλοτάβανο δωμάτιο με ξύλινο πάτωμα και ταβάνι. Το έκτιζαν πρώτο στη σειρά, είχε παράθυρο προς το δρόμο και εκεί υποδέχονταν και φιλοξενούσαν τους επισκέπτες. Τα καλύτερα έπιπλα του νοικοκυριού βρίσκονταν εκεί. Το τραπέζι με τις καρέκλες, η ντουλάπα για τα ρούχα της οικογένειας, η καλή κασέλα, η κομόντα, η σιφινιέρα και στους τοίχους οι φωτογραφίες των παππούδων και τα ενθύμια από τη στρατιωτική θητεία των ανδρών της οικογένειας.

Το διώροφο «πύργος» ή «πυργάκι»

Ο πύργος ήταν ένα διώροφο κτίσμα που άλλες φορές ήταν συνέχεια του «μακρυναριού» και άλλες ανεξάρτητο, προς το μέρος του δρόμου για «να βλέπει και να φαίνεται». Προεξείχε από τα υπόλοιπα χαμηλά κτίσματα και το μαντρότοιχο και «προέβαλε» κοινωνικά τον ιδιοκτήτη του αφού αποκαλείτο και «διώροφη οικία των πλουσίων». Ήταν τετράγωνο, με τρετράρριχτη στέγη και με ένα δωμάτιο ανά όροφο. Είχε εξωτερική κτιστή σκάλα με περίτεχνο κάγκελο που κατέληγε σε πλατύσκαλο με στεγασμένη βεράντα ή «χαγιάτι».

Το πάτωμα του ορόφου ήταν ξύλινο ενώ του ισογείου με πέτρινες πλάκες. Εσωτερικά είχε τζάκι και προσεγμένη ξυλοδεσιά στη στέγη. Τα ανοίγματά του ήταν συνήθως δύο παράθυρα και ξύλινη δίφυλλη πόρτα. Το ισόγειο χρησιμοποιείτο σαν αποθηκευτικός χώρος ή πατητήρι και ο όροφος σαν υπνοδωμάτιο. Στα Σπάτα υπήρχαν πυργάκια με δύο δωμάτια στον όροφο (το υπνοδωμάτιο και τη σάλα).

«Το καμαρόσπιτο»

Το μονόχωρο καμαρόσπιτο με τη δίρριχτη στέγη προέκυψε σαν λύση προκειμένου να στηρίξει τη στέγη ενός πλατύτερου, από τα υπόλοιπα κτίσματα, χώρου. Πήρε το όνομά του από τη στηρικτική πέτρινη τοξωτή καμάρα που ακουμπούσε σε ορθογώνιες βάσεις και ήταν κατασκευασμένη με άριστη τεχνική. Ήταν μια παραλλαγή του ισόγειου πλατυμέτωπου σπιτιού πολύ διαδεδομένη στα Μεσόγεια. Μαρτυρίες λένε πως ένα στα πέντε σπίτια στα Σπάτα είχε καμάρα.
Η κατασκευή αυτού του τύπου σπιτιού ξεκινούσε από το πέτρινο τόξο που κτιζόταν στο μέσον του χώρου και μετά κτίζονταν οι τοίχοι. Το τόξο στηριζόταν σε βάσεις ύψους από 0,80 εκ. έως 1,20 εκ. που απείχαν περίπου 4 μ. μεταξύ τους. Διαιρούσε νοητά το χώρο σε δύο τμήματα, σχηματίζοντας ένα μεγάλο τετράγωνο και τέσσερις ορθογώνιους τα «φούντια». Στα δύο τμήματα που δημιουργούνταν, το μεν μπροστινό χρησιμοποιείτο για τις καθημερινές λειτουργίες του σπιτιού, το δε πίσω, που ήταν πιο σκοτεινό, για ύπνο και αποθήκευση της εποχιακής παραγωγής τροφίμων και ζωοτροφών.
Το φούντι της πίσω γωνίας, που ήταν προστατευμένο από τον ήλιο, χωριζόταν σε δύο μέρη με ξύλινο πατάρι. Το επάνω ήταν το αμπάρι όπου τοποθετούσαν τα σιτηρά και το κάτω, που ήταν μισό μέτρο χαμηλότερα του δαπέδου της καμάρας, το κελάρι, όπου έβαζαν τα κιούπια με το λάδι ή τα βαρέλια με το κρασί. Στα μπροστινά φούντια, που ήταν κοντά στην είσοδο, υπήρχε ο στάβλος και το αχούρι.
Αργότερα ο στάβλος και το αχούρι μεταφέρθηκαν σ’ άλλο σημείο της αυλής του σπιτιού, η καμάρα έχασε τις κόγχες της και μετατράπηκε σε σάλα με κυρίαρχο διακοσμητικό στοιχείο το πέτρινο τόξο. Το δάπεδό της στρωνόταν με κεραμικά, πήλινα συνήθως ασπρόμαυρα πλακάκια και αργότερα με μωσαϊκό.

Βοηθητικοί χώροι

Τα βοηθητικά κτίσματα ακουμπούσαν στον πέτρινο μαντρότοιχο, είχαν μονόρριχτη στέγη και άμεση πρόσβαση, στον ελεύθερο χώρο της αυλής. Ο στάβλος ή αχούρι των ζώων στα περισσότερα σπίτια ήταν ακριβώς δίπλα στο καθημερινό δωμάτιο του πλατυμέτωπου σπιτιού. Ο σταβλισμός και η περιποίηση των ζώων ήταν εξαιρετικής σημασίας για το αφεντικό τους, γιατί αποτελούσαν την κινητήρια δύναμη του σπιτιού. Ο στάβλος είχε παχνιά για το μοίρασμα της τροφής και καθαριζόταν τακτικά από την κοπριά που την χρησιμοποιούσαν για τη λίπανση των αμπελιών.
Το χαγιάτι ήταν ένας μεγάλος στεγασμένος χώρος, ανοιχτός από τη μια πλευρά, όπου στάθμευαν τη σούστα, φύλαγαν τα σύνεργα των ζώων (σαμάρια, χάμουρα) αλλά και τα αγροτικά εργαλεία και τα αλέτρια. Είχε τζάκι όπου ζέσταιναν νερό στο μεγάλο καζάνι για την μπουγάδα, για να κόψουν το μούστο στον τρύγο και για να κάνουν το μπάνιο τους. Πολλά σπίτια εκεί είχαν και το φούρνο. Λειτουργούσε ακόμη και σαν καλοκαιρινή κουζίνα γιατί ήταν δροσερό. Εκεί υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι με καρέκλες που φιλοξενούσε την οικογένεια και τους εργάτες μετά τις κοπιαστικές δουλειές του θέρους και του τρύγου.
Πλάι στο χαγιάτι ήταν το πατητήρι, ο χώρος όπου πατούσαν τα σταφύλια, το επίκεντρο της ζωής του Σπαταναίου αγρότη. Εκεί όπου ο κόπος και η κούραση μιας ολόκληρης χρονιάς θα έδιναν τη «ρετσίνα» και τα «προς το ζην» (αναλυτικά στη σελίδα: Ο Τρύγος στο Χωριό).
Το υπόγειο ήταν συνήθως κάτω από την υπερυψωμένη σάλα του πλατυμέτωπου σπιτιού. Ευρύχωρο, δροσερό με χωμάτινο δάπεδο ήταν ο ιδανικός χώρος για την αποθήκευση του κρασιού. Εκεί αποθήκευαν και το λάδι σε ξύλινες κάσες ή σε κιούπια, αλλά και τις πατάτες, τα όσπρια, το τυρί, τα δημητριακά και τις φαγώσιμες ελιές. Στο υπόγειο και στο πατητήρι έβαζαν και τον αργαλειό αν δεν είχαν άλλο χώρο.
Στην αποθήκη φύλαγαν τις ζωοτροφές. Όταν η παραγωγή της οικογένειας ήταν μεγάλη έφτιαχναν αποθήκες και εκτός σπιτιού σε κάποιο ιδιόκτητο χώρο. Πολλές φορές εκεί έβαζαν και τα αιγοπρόβατα του σπιτιού.
Στο κοτέτσι οι κότες σεργιανούσαν ελεύθερες μαζί με τα γαλόπουλα ενώ πολλά σπίτια είχαν και κουνελώνα.
Το αποχωρητήριο, μουσταράκι ή χρειά ήταν σε μια άκρη της αυλής. Ήταν πρόχειρη κατασκευή χωρίς νερό και αποχέτευση. Για πόρτα είχε κρεμασμένη μια κουρελού.
Ο λάκκος της κοπριάς ήταν δίπλα στο στάβλο και επικοινωνούσε με ένα παράθυρο. Εκεί έριχναν την κοπριά να «χωνέψει» αλλά και τα λιγοστά σκουπίδια του σπιτιού.
Ο λάκκος του ασβέστη ήταν πάντα γεμάτος. Χρησιμοποιούσαν ασβέστη σχεδόν καθημερινά για το άσπρισμα της αυλής, των τοίχων και των τζακιών.

Η αυλή

Ένα τυπικό αγροτικό σπίτι είχε απαραίτητα μια απλόχωρη αυλή που ήταν αναπόσπαστο και λειτουργικό κομμάτι του. Περιμετρικά της αυλής απλώνονταν όλα τα κτίσματα και οι νοικοκυρές φρόντιζαν να είναι πάντα περιποιημένη και λουλουδιασμένη.
Η φρεσκοασβεστωμένη αυλή με τα παρτέρια και τις πήλινες γλάστρες ή τους βαμμένους τενεκέδες ήταν το καμάρι κάθε «καλής» νοικοκυράς. Άλλοτε φτιαγμένη με πέτρινο καλντερίμι, άλλοτε χωμάτινη και αργότερα τσιμεντένια ήταν πάντα καθαρή και στολισμένη με κοράλια, φούλια, σκυλάκια, βιολέτες, νεραγκούλες, δειλινά, ζαμπάκια, κρίνα, σαλόνια, βασιλικά και γαρυφαλλιές που σκόρπιζαν τις μυρωδιές τους. Δέντρα με ξινά λεμονιές, πορτοκαλιές, ροδιές αλλά και πεύκα και μουριές, γιασεμιά και κληματαριές ανεβασμένα σε κρεβατίνες προσέφεραν τη δροσιά τους τα καλοκαίρια.
Η στέρνα για το βρόχινο νερό και αργότερα για το νερό του δικτύου ύδρευσης ήταν για τη λάτρα του σπιτιού. Ο κουβάς ήταν πάντα αναποδογυρισμένος πάνω στο σιδερένιο καπάκι της, έτοιμος να ξεδιψάσει όποιον είχε ανάγκη. Δίπλα στη στέρνα ήταν η μαρμάρινη γούρνα για το πλύσιμο των χοντρών ρούχων και το πότισμα των ζώων.

Ο φούρνος ήταν κτισμένος σε μια άκρη της αυλής. Πλάι του βρισκόταν το φουρνόξυλο (πουρπούσι), το φτυάρι, το τραβηχτό για τα κάρβουνα και η πάνα για το καθάρισμα του φούρνου.
Η τρακάδα με τα ξύλα ήταν κοντά στο φούρνο. Χρησιμοποιούσαν κούτσουρα από σχίνα και πουρνάρια, που δεν έβγαζαν καπνό, και ελίσια στοιβαγμένα με σειρά, νοικοκυρεμένα, που μαζί με κληματόβεργες για το προσάναμμα του φούρνου, έφτιαχναν νόστιμο φαγητό και ψωμί.
Τέλος σε μια γωνιά του σπιτιού υπήρχε ένα μικρό περιβολάκι το «κρασίδι». Είχε όλα τα χρειαζούμενα, ανάλογα με την εποχή, ζαρζαβατικά. Μαρούλια, σπανάκι, αγκινάρες, κρεμμυδάκια, μελιτζάνες, ντομάτες, μαϊντανό, άνηθο, κολοκυθάκια κ.ά.

Η αυλόπορτα

Όλο το νοικοκυριό του Σπαταναίικου σπιτιού ήταν καλά προφυλαγμένο και οριοθετημένο από ψηλό, πέτρινο, ασβεστωμένο, μαντρότοιχο με μοναδικό άνοιγμα τη μεγάλη αυλόπορτα ή ντεραυλή.
Το πλάτος του ανοίγματός της ήταν 2,5 μ. και το ύψος της τόσο ώστε να χωρά το κάρο φορτωμένο! Ήταν κατασκευασμένη από ξύλινες κάθετες σανίδες που συγκρατούνταν κατά διαστήματα με διακοσμητικά καρφιά. Είχε δύο φύλλα που άνοιγαν κατά περίπτωση και ασφάλιζε με σύρτη και κοντεμίρια. Στο συχνότερα ανοιγόμενο φύλλο διέθετε μικρότερο πορτάκι για τους πεζούς. Εκεί υπήρχε ρόπτρο ή χαλκάς για τους ξένους και τους επισκέπτες. Ήταν στεραιωμένη σε πέτρινους πεσούς, σε εσοχή του μαντρότοιχου, και στεγαζόταν από δίρριχτη κεραμοσκέπαστη στέγη. Έξω από την αυλόπορτα υπήρχε χτιστό τοιχάκι ή ατόφια πέτρα, «αγκωνάρι», το πεζούλι, όπου μαζεύονταν οι γυναίκες της γειτονιάς (ρούγα) στο τέλος της ημέρας ή τις σχόλες για να συζητήσουν, να γνέσουν και να κεντήσουν. Στην άλλη πλευρά της αυλόπορτας υπήρχε σιδερένιο ποδόμακτρο για να καθαρίζουν τα πόδια τους από τις λάσπες πριν μπουν στο σπίτι και σιδερένιος χαλκάς στεραιωμένος στον τοίχο όπου έδεναν το γαϊδουράκι τους οι επισκέπτες.
Οι ξύλινες αυλόπορτες αντικαταστάθηκαν από περίτεχνες σιδερένιες μετά τον πόλεμο.

Νεοκλασικά σπίτια του χωριού

Η συχνή επαφή των κατοίκων με το κοντινό αστικό κέντρο της Αθήνας, με τα όμορφα νεοκλασικά κτήρια, επηρέασε κάποιους κατοίκους με οικονομική ευχέρεια έτσι ώστε να φτιάξουν παρόμοιες κατασκευές. Τη δεκαετία του ’30 κτίστηκαν κάποια σπίτια, με την επιστημονική καθοδήγηση έμπειρων μηχανικών, με ψηλοτάβανα δωμάτια και γύψινες ζωγραφισμένες διακοσμήσεις στα ταβάνια. Είχαν περίτεχνα στηθαία, κεραμιδωτή στέγη με ακροκέραμα και μαρμάρινες σκάλες.

Το δάπεδό τους καλυπτόταν από ασπρόμαυρα κεραμικά πλακάκια, ξύλο ή μωσαϊκό και διέθεταν μικρά μπαλκόνια. Όσα σώζονται μέχρι σήμερα αποτελούν στολίδια για το χωριό.

Τα μεταπολεμικά σπίτια

Μετά τον πόλεμο και για δυο δεκαετίες κτίστηκαν καινούργια σπίτια στο χωριό με οικοδομική άδεια, προσαρμοσμένα στο ρυμοτομικό σχέδιο που ίσχυε από το 1934. Το καινούργιο σπίτι τοποθετείται αυτόνομο σε περίοπτη θέση άκρη στο δρόμο, είναι υπερυψωμένο από το επίπεδο της αυλής κατά 5-6 σκαλοπάτια με υπόγειο.
Στη μεταβατική αυτή περίοδο, από το παλιό στο σύγχρονο σπίτι, συνυπάρχουν ανάμικτα παλαιά και νέα δομικά υλικά. Χρησιμοποιείται η πέτρα αλλά και τα τούβλα (κυρίως για τα εσωτερικά χωρίσματα) και εγκαταλείπεται η κεραμοσκεπή που αντικαθίσταται από τσιμέντινη πλάκα. Η κατοικία αποκτά 2-3 κύρια δωμάτια και περιλαμβάνει εσωτερική τουαλέτα. Χαρακτηριστική είναι η τετράγωγη βεράντα με στρογγυλή στηρικτική κολώνα και κεντρική είσοδο. Παράλληλα μέρος του «παλιού σπιτιού» διατηρείται για τη διαμονή των ηλικιωμένων που δεν θέλουν να το εγκαταλείψουν.

Οι κτιστάδες

Τα παλιά πέτρινα σπίτια των Σπάτων ήταν έργα λαϊκών αρχιτεκτόνων …των κτιστάδων και της προσωπικής εργασίας των ιδιοκτητών τους.
Οι κτίστες (κιούσηδες) ήταν έμπειροι τεχνίτες με καταγωγή από την Ήπειρο που κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή. Με σιγουριά και γνώση θεμελίωναν και αποπεράτωναν το σπίτι φτιάχνοντας γερές κατασκευές. Πελεκούσαν την πέτρα μέχρι να της δώσουν το σχήμα που ήθελαν και με τα λιγοστά εργαλεία της εποχής (κασμάς, βαριά, λοστάρι, καλέμι, σφυριά) στέγαζαν τα όνειρα και το βιός των φτωχών κατοίκων. Αναλάμβαναν τη δουλειά με «λογοκαπάρο», δηλαδή ο λόγος του αφεντικού ήταν εγγύηση, δεν έκαναν γραπτή συμφωνία. Για ένα μονόχωρο σπίτι αρκούσε ένα ζευγάρι μαστόρων και δέκα μεροκάματα για να τελειώσει.
Το προσωπικό τους μεράκι και η τεχνική τους έφτιαξε σπίτια που άντεξαν στο χρόνο.

Πηγές:
«Το καμαρόσπιτο της Αττικής» Αικατερίνης Δημητσάντου-Κρεμέζη 1986
«Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική» Αττική εκδ. «Μέλισσα»
«Το Μαρκόπουλο των Μεσογείων» Οδοιπορικό στους αιώνες
Σταμάτης Δημ. Μεθενίτης