ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ – ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ – ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

Όταν μιλάμε για τις «Γιορτές» αναφερόμαστε στην εορταστική περίοδο Χριστουγέννων – Πρωτοχρονιάς και Θεοφανείων (Φώτων). Η περίοδος αυτή διαρκεί δώδεκα ημέρες και συνοδεύεται από πολλά έθιμα.
Η ψυχική και πνευματική προετοιμασία των ανθρώπων άρχιζε σαράντα ημέρες νωρίτερα, στις 14 Νοεμβρίου του Αγ. Φιλίππου, με τη Νηστεία των Χριστουγέννων, όπου οι πιστοί δεν κατανάλωναν καθόλου ζωικά προϊόντα, και το Σαρανταλείτουργο στις εκκλησίες «υπέρ υγείας των ζώντων» και «υπέρ αναπαύσεως των τεθνεώτων».

Έθιμα Χριστουγέννων

Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο

Η ιδέα για το στολισμό του Χριστουγεννιάτικου δέντρου δεν είναι ξενόφερτη όπως θεωρείται από πολλούς.
Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε παρόμοιο έθιμο, μόνο που το φυτό δεν ήταν έλατο, αλλά η Ειρεσιώνη (κλαδί αγριελιάς) στολισμένο με μαλλί λευκό και κόκκινο και με τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς, όπως καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα κ.λ.π.
Αποτελούσε έκφραση ευχαριστίας για τη γονιμότητα και την ευφορία του χρόνου που έφυγε και παράκληση συνέχισης για το νέο χρόνο.
Το έθιμο του στολισμένου δέντρου διαδόθηκε στους βόρειους λαούς από τους Έλληνες ταξιδευτές, οι οποίοι ελλείψει ελαιοδέντρων, στόλιζαν κλαδιά από τα δέντρα που ευδοκιμούσαν σε κάθε τόπο.
Στα χρόνια του Βυζαντίου εκτός από κλαδιά ελιάς κατασκεύαζαν στις πλατείες στύλους, που τους διακοσμούσαν με δεντρολίβανα, μυρτιές και λουλούδια της εποχής. Τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα αναφέρονται σ’ αυτό το έθιμο: «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψιλή μου ΔΕΝΤΡΟΛΙΒΑΝΙΑ…»
Ο στολισμός του Χριστουγεννιάτικου δέντρου ήρθε στην Ελλάδα το 1833 με τον ερχομό του βασιλιά Όθωνα.
Στα Σπάτα, μαρτυρίες αναφέρουν, ότι πάντοτε τις μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στόλιζαν το ‘‘καλό’’ δωμάτιο του σπιτιού με κλαδιά ελιάς ή μυρτιάς. Τη δεκαετία του 1950 άρχισαν να κόβουν από τους γύρω λόφους φυσικά δεντράκια όπως ‘‘βένιο’’(κέδρος),κλάρες από κυπαρίσσι, πεύκο ή συκιά. Τα στερέωναν σε βάζο ή γλάστρα και τα στόλιζαν με βαμβακάκια για να φαίνονται χιονισμένα. Τη δεκαετία του 1960 έκαναν την εμφάνισή τους τα πλαστικά ελατάκια, οι πολύχρωμες γυάλινες μπάλες και τα φωτάκια. Κάτω από το δέντρο έστηναν χάρτινη φάτνη και μικροδωράκια για τα παιδιά της οικογένειας.
Οι μέρες των γιορτών ήταν για όλους μέρες χαράς, ελπίδας, προσμονής και αισιοδοξίας για τον καινούργιο χρόνο που θάρθει.

Το Χριστουγεννιάτικο καραβάκι

Ως χώρα της θάλασσας η Ελλάδα είχε το έθιμο του στολισμού του καραβιού.
Το καράβι συμβολίζει την καινούργια πλεύση του ανθρώπου στη ζωή, μετά τη γέννηση του Θεανθρώπου. Το παραδοσιακό καραβάκι στολιζόταν κυρίως στα ελληνικά νησιά και αποτελούσε ένα είδος τάματος, τιμής και καλωσορίσματος στους ναυτικούς που επέστρεφαν από τα ταξίδια τους για τις γιορτές.
Στις αρχές του 1960, ακόμη και στα νησιά, το Χριστουγεννιάτικο δέντρο εκτόπισε το παραδοσιακό καραβάκι. Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια αξιέπαινη προσπάθεια ορισμένων Δήμων της χώρας μας, να επαναφέρουν το έθιμο, στολίζοντας στις πλατείες καραβάκια αντί για έλατα. Δεν καταργήθηκε όμως το χλωρό κλαδί που πάντα έμπαινε στο ελληνικό σπίτι τις ημέρες του Δωδεκαήμερου για να φέρει την καλοτυχία, την ελπίδα για μια καινούργια ανθοφορία και για ένα καλύτερο μέλλον.
Στα Σπάτα, αλλά και στα Μεσόγεια γενικότερα, ποτέ δεν στολιζόταν καραβάκι γιατί δεν είχαμε ναυτικούς.

Αρκετές ημέρες πριν τα Χριστούγεννα άρχιζαν οι προετοιμασίες των νοικοκυριών. Οι γυναίκες συγύριζαν τα σπίτια, ασβέστωναν τις αυλές και τις μάντρες και τελείωναν όποια δουλειά έκαναν «στο χέρι», όπως γνέσιμο ή κέντημα.

Το χριστόψωμο

Ήταν ψωμί διαφορετικό από το καθημερινό, που στην επιφάνειά του σχημάτιζαν ένα σταυρό από ζυμάρι. Στις τέσσερις άκρες του σταυρού έβαζαν από ένα καρύδι και το έψηναν σε μπρούτζινο «ταβά» (μικρό στρογγυλό ταψί).
Τα γλυκίσματα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς ήταν μελομακάρονα, τηγανίτες και δίπλες.

Τα κάλαντα

Το πρωί της παραμονής οι δρόμοι γέμιζαν από παιδιά που γύριζαν τις γειτονιές και έλεγαν τα κάλαντα:

«Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου
Για βγιέτε, δέτε, μάθετε που ο Χριστός γεννάται,
γεννάται για να τρέφεται με μέλι και με γάλα
το γάλα τρώνε οι άρχοντες, το μέλι οι αφεντάδες
κι ανοίχτε τα δισάκια σας τα χιλιοκλειδωμένα
και δώστε μας τον κόπο μας…»

Ενώ μεταπολεμικά λεγόταν:

«Καλήν εσπέραν (ημέραν) άρχοντες
κι αν είναι ορισμός σας
Χριστού τη Θεία γέννηση
να πω στ’ αρχοντικό σας….»

Οι νοικοκυρές φίλευαν τα παιδιά σταφίδες, ξερά σύκα, καρύδια, πορτοκάλια και γλυκά. Στο τέλος της ημέρας το καλαθάκι που κρατούσαν στα χέρια τους γέμιζε «καλούδια».

Ανήμερα Χριστούγεννα

Στις πέντε τα ξημερώματα, ανήμερα Χριστούγεννα, οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα και οι κάτοικοι του χωριού ντυμένοι με τα γιορτινά τους πήγαιναν στην εκκλησία. Κοινωνούσαν, αντάλλασσαν ευχές και επέστρεφαν στο σπίτι όπου άρχιζαν οι προετοιμασίες του γιορτινού τραπεζιού. Έτρωγαν πριν τις δώδεκα το μεσημέρι γιατί είχαν ξυπνήσει νωρίς. Ο πατέρας σταύρωνε το Χριστόψωμο, έλεγε «Χρόνια Πολλά» (αρβ. mote shume) και η νοικοκυρά σερβίριζε σε όλους ζεστή κοτόσουπα, ή κρέας στο φούρνο, ή «γαλί» (γαλοπούλα) ψητό, που το είχαν μεγαλώσει γι’ αυτήν την ημέρα. Το γεύμα των Χριστουγέννων τελείωνε με σπιτικό γιαούρτι και φρούτα από τα δέντρα της αυλής. Το απόγευμα έκαναν επισκέψεις και αντάλλασσαν ευχές με τους συγγενείς.

Έθιμα Πρωτοχρονιάς

Από την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς οι νοικοκυρές ετοίμαζαν δίπλες και μελομακάρονα. Ζύμωναν το ψωμί του Αη Βασίλη, τη «βασιλόπιτα», και έκρυβαν μέσα μια δεκάρα για το καλό. Τη βασιλόπιτα τη στόλιζαν διαφορετικά από το ψωμί των Χριστουγέννων. Χώριζαν την επιφάνειά της με σταυρό από ζυμάρι σε τέσσερα τμήματα, που στο καθένα σχημάτιζαν, ξανά με ζυμάρι, διάφορες εικόνες: ένα σπίτι για την υγεία της οικογένειας, αμπελόφυλλα και τσαμπιά σταφύλια για καλή σοδειά στον τρύγο, στάχυα για ευκαρπία και ένα βοσκό με πρόβατα για την υγεία των ζώων.
Την παραμονή από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ τα παιδιά έψαλλαν το:

«Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά, ψιλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή, κι αρχή καλός μας χρόνος,
εκκλησιά, εκκλησιά με τ’ Άγιο θρόνο…»

Κατά τη διάρκεια της κατοχής και ειδικότερα το 1941-42 όταν ο βασιλιάς Γεώργιος βρισκόταν στο Κάιρο, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνδρες έψαλλαν:

«Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψιλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος, που ‘ναι ο βασιλιάς
που ‘ναι ο βασιλιάς ο Γεώργιος.
Είναι στο Κάιρο μακριά, με της Ελλάδας τα παιδιά,
είναι εκεί και πολεμάνε και τους Γερμανούς νικάνε.
Θα έρθω στο παλάτι μου, να βάλω τ’ ασπρογάντι μου,
σημαία να σηκώσω και να σας και να σας ελευθερώσω…»

Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα το βράδυ της παραμονής λεγόταν από μεγάλους το αρβανίτικο καλημέρι που άρχιζε με το στίχο:

Μίσε να βίνιε βίτηρι (καλώς να έρθει ο καινούργιος χρόνος)
μίσε τ να πιλκιένιε (καλώς να μας γλυκάνει)

Ο Άγιος Βασίλειος

Κατά το 19ο αιώνα έως τις αρχές του 20ου ο πρωτοχρονιάτικος Άγιος Βασίλης ήταν κάτι ανάμεσα στον πραγματικό Ιεράρχη της Καισαρείας και σ’ ένα συμβολικό πρόσωπο του ελληνισμού που ξεκινούσε από τα βάθη της ελληνικής Ασίας κι έφτανε την ίδια μέρα σ’ όλα τα πλάτη της ελληνικής γης, από τον Πόντο έως τα Επτάνησα και από την Ήπειρο έως την Κύπρο.
Εκείνο που έφερνε στους ανθρώπους ήταν περισσότερο συμβολικό. Καλή τύχη και την ιερατική ευλογία του.
Σύμφωνα με τον καθηγητή λαογραφίας Δ. Λουκάτο «ο Αη Βασίλης στη δική μας βυζαντινή παράδοση ήταν γελαστός, ντυμένος σαν βυζαντινός πεζοπόρος με σκουφί και στο χέρι του κρατούσε ένα ραβδί, απ’ όπου με θαυμαστό τρόπο βλάσταιναν ή ζωντάνευαν κλαδιά και πέρδικες (σσ το ραβδί του Αη Βασίλη θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο άμεσος πρόγονος του Χριστουγεννιάτικου στολισμένου δέντρου). Οι άνθρωποι ζητούσαν την ευλογία του ανταλλάσσοντας γλυκίσματα και δώρα και δίνοντας στα παιδιά μπουναμάδες»
Στον τόπο μας ο Άγιος Βασίλειος ήταν ο πρώτος Άγιος του χρόνου και γιορταζόταν με πρωινό εκκλησιασμό, με ευχές, κεράσματα και ανταλλαγή γλυκισμάτων. Από τη δεκαετία του 1960 και αργότερα, μιμούμενοι τα κράτη του εξωτερικού, εξελίχθηκε σε παραμύθι για μικρά παιδιά και ευκαιρία για διασκέδαση, ταξίδια και υπερκατανάλωση.
Οι καιροί άλλαξαν και είναι πιο επιτακτικό από ποτέ να αντικαταστήσουμε τον ψεύτικο Αη Βασίλη με τον αληθινό Μέγα Βασίλειο από τη Νεοκαισάρεια του Πόντου που το μόνο που έχει να μας μοιράσει είναι ευλογία, αγάπη και αλληλεγγύη.

Ανήμερα Πρωτοχρονιάς

Ξημερώματα Πρωτοχρονιάς πρώτος ξυπνούσε ο νοικοκύρης του σπιτιού, έπαιρνε τη «μπόσκα» (αγριοκρέμμυδο), που είχε από την παραμονή ξεριζώσει από πετρώδη χωράφια όπου φύτρωνε, και με την ευχή mote shume = «χρόνια πολλά» κτυπούσε στο κεφάλι απαλά όλα τα μέλη της οικογένειας (για να είναι σιδεροκέφαλοι) ξυπνώντας τους ταυτόχρονα για να πάνε στην πρωινή λειτουργία.
Με την επιστροφή τους από την εκκλησία κάθονταν στον σοφρά «κολάτσιζαν» λίγη σούπα από το κεφαλάκι του αρνιού ή πατσά.
Τα μικρά παιδιά πήγαιναν στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού όπως και σε άλλους συγγενείς για να τους κάνουν ποδαρικό κρατώντας στα χέρια τους ένα πιάτο με γλυκά σκεπασμένα με λευκή υφαντή πετσέτα. Αυτοί με τη σειρά τους, έδιναν φιλοδώρημα στα παιδιά «για το καλό».
Στο μεσημεριανό τραπέζι ο νοικοκύρης σταύρωνε το ψωμί του Αη Βασίλη, έλεγε Χρόνια Πολλά, Καλή Χρονιά και το έκοβε. Το πρώτο κομμάτι για το Χριστό, μετά για τον Αη Βασίλη, για το φτωχό, για το σπίτι και για κάθε μέλος της οικογένειας. Όποιος έβρισκε την κρυμμένη δεκάρα εθεωρείτο ο τυχερός της χρονιάς.
Την πρώτη ημέρα του χρόνου πρόσεχαν πολύ ποιός θα κάνει «ποδαρικό» στο σπίτι τους και πάντα με το δεξί πόδι για να πάει καλά η χρονιά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κανόνιζαν από πριν αυτόν που θα τους έκανε «ποδαρικό» επειδή τον θεωρούσαν «γουρλή» και τυχερό.
Η ημέρα έκλεινε με ανταλλαγή επισκέψεων και γλυκισμάτων σε συγγενείς και φίλους.

Έθιμα των Φώτων – το καλημέρι

Την παραμονή των Φώτων, της τελευταίας γιορτής του 12/ημέρου, και ημέρα άλαδης νηστείας, από το πρωί τα παιδιά γύριζαν στις γειτονιές και έψαλλαν:

«Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός
και χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός…»

Ο παπάς κρατώντας ένα κλαδί βασιλικό μαζί με το σταυρό και συνοδευόμενος από μικρό παιδί που κρατούσε την αγιαστούρα (δοχείο με αγιασμό), περνούσε απ’ όλα τα σπίτια του χωριού για να διώξει μακριά τους καλικάντζαρους και τα δαιμόνια.
«Φύγετε να φύγουμε
γιατί έρχεται ο παπάς
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του»
λέει ο λαός.

Το βράδυ της παραμονής λεγόταν το «μεγάλο καλημέρι» από μεγάλους σε ηλικία άνδρες στα σπίτια και στα καφενεία. Σύμφωνα με την ερευνήτρια και μουσικό Βάσω Κιούση: «τα κάλαντα αυτά δεν τα βρίσκουμε σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας και είναι σημαντικά γιατί είναι συνδεδεμένα με το σπίτι, την καλή χρονιά, την καλή σοδιά, το νοικοκύρη, την κυρά και τα παιδιά τους». Η καταγραφή έχει γίνει από την ίδια ως εξής:

Και στον καλημερίζουμε τούτο μας τον αφέντη
αφέντη μου πεντάφεντε πέντε φορές αφέντη
πέντε κρατούν το μαύρο σου κι οκτώ το σαλιβάρι
και δέκα σε περικαλούν αφέντη καβαλάρη.
Καβαλικεύεις κι έρχεσαι, πεζεύεις καμαρώνεις
Κι όπου πατεί το μαύρο σου πηγάδια φανερώνεις
πηγάδια πετροπήγαδα κι αυλές μαρμαρωμένες.
Αφέντη μου πρωτογιωργό και πρωτοζευγωλάτη
τ’ αλέτρι σου είναι σίδερο και το υνί σου ατσάλι
κι αυτά τα ζευγολέματα μ’ ασήμι είναι δεμένα
κι εκείνα τ’ αλογάκια σου άγγελοι είναι τα καημένα
μα το σταράκι που ‘σπειρες σπίρες μαργαριτάρι
μαργαριτάρι έσπειρες μάλαμα θα θερίσεις.
Οι Τούρκοι το θερίζανε Ρωμιοί το κουβαλούσαν
κι η μυρωδιά το σάρωνε με το χρυσό θυμάρι.
Εσένα σου πρέπει αφέντη μου δεβένια να κοιμάσαι
βελούδινα να σκεπάζεσαι αφέντια να λογάσαι
και στον αφρό του λογαριού κοιμάται ένας αφέντης
στέκω και συλλογίζομαι και πώς να τον ξυπνήσω.
Φέρτε μου μήλα δώδεκα, κυδώνια δεκαπέντε,
τρία κλωνιά βασιλικό ίσως ξυπνήσει ο αφέντης.
Πολλά είπαμε τ’ αφέντη μας ας πούμε της κυράς μας
Κυρά λιγνή, κυρά ψηλή, κυρά γαϊτανοφρύδα
κυρά μ΄όταν στολίζεσαι και πας στην εκκλησιά σου
ρόδα και τριαντάφυλλα πέφτουν απ’ τα μαλλιά σου
βάζεις τους σκλάβους από μπρος τους σκλάβους από πίσω
κι ένα μικρό σκλαβόπουλο να σου κρατάει τον ίσκιο.
Μέσα η εκκλησιά μοσχοβολά κι όξω μοσχοπετρίζει
κυρά μου το δοξάρι σου Μεθανικό καντήλι
που το βαρούνε στη Φραγκιά κι ακούγεται στη Δύση.
Πολλά είπαμε της κυράς ας πούμε και της κόρης
Αν έχεις κόρη έμορφη πραματευτής τη θέλει
ας είναι και πραματευτής πολλά προικιά γυρεύει
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχια
γυρεύει και τη Βενετιά με όλα τα παλάτια.
Πολλά είπαμε της κόρης ας πούμε και του γιού σας.
Αν έχεις γιο στα γράμματα και γιο στο ψαλητήρι
να τ’ αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχείλι.
Κι εδώ που τραγουδήσαμε πέτρα να μη ραϊσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού πολλά χρόνια να ζήσει.
Να ζήσει χρόνια εκατό και να τα διαπεράσει
κι από τα εκατό και κει ν’ ασπρίσει να γεράσει.
Κι εις έτη πολλά.

Ανήμερα των Φώτων

Όλη η οικογένεια πήγαινε στην εκκλησία χωρίς να φάει τίποτα. Ο παπάς έψαλλε το Μεγάλο Αγιασμό και με την ανάγνωση «και το Πνεύμα ’εν είδει περιστεράς» ένα άσπρο περιστέρι αφηνόταν ελεύθερο μέσα στην εκκλησία.
Το αγιασμένο νερό μοιραζόταν και όλοι μαζί ιερείς και εκκλησίασμα με τα εξαπτέρυγα μπροστά κατευθύνονταν προς το λόφο της Δεξαμενής του χωριού για ν’ αγιάσουν το νερό του δικτύου ύδρευσης του χωριού. Επιστρέφοντας στο σπίτι έπιναν όλοι λίγο από το Μεγάλο Αγιασμό και με το υπόλοιπο ράντιζαν τ’ αμπέλια, τις ελιές και τα ζώα.
Με τη γιορτή των Θεοφανείων – την πρώτη του χρόνου – ολοκληρώνεται το Δωδεκαήμερο μαζί με τις παραδόσεις του και τα έθιμά του.