Παρωνύμια ή Παρατσούκλια των Σπάτων

Επί τουρκοκρατίας και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, λόγω ατελούς λειτουργίας των ληξιαρχείων, τα επίθετα άλλαξαν με βάση τα υποκοριστικά των ονομάτων ή τα παρωνύμια. Στις μικρές κοινωνίες για να ξεχωρίζουν άτομα με το ίδιο επίθετο τους «κολλούσαν» το παρατσούκλι.
Άλλα απ’ αυτά υιοθετήθηκαν στη συνέχεια σαν επίθετα, άλλα παρέμειναν σαν ιδιαίτερος χαρακτηρισμός που δήλωνε επάγγελμα, καταγωγή, σωματικά χαρακτηριστικά ή κουσούρια, ιδιορρυθμίες, συνήθειες και άλλα. Πολλές φορές κληρονομούνταν και στις επόμενες γενιές αυτών που τα πρωτοέφεραν και είναι σύνηθες φαινόμενο σε όλη την Ελλάδα. Το «παρατσούκλι» αποδιδόταν στην ελληνική γλώσσα ή την ντοπιολαλιά και στην περίπτωση των Σπάτων στην αρβανίτικη (καθότι οι κάτοικοι ήταν δίγλωσσοι). Αποδιδόταν κυρίως σε άνδρες και σπάνια σε γυναίκες με ιδιαίτερη ευστοχία.
«Όνομα και πράμα», έλεγαν οι παππούδες μας γιατί τα παρωνύμια είχαν «κοπεί» και «ραφτεί» στα μέτρα του κάθε ανθρώπου.
Μέχρι και σήμερα αρκετοί άνθρωποι στα Σπάτα αποκαλούνται με τα «παρατσούκλια» τους. Είναι όμορφο να το ακούς και να το αποδέχεσαι γιατί έρχεται «από τα παλιά».
Εδώ παραθέτουμε έναν κατάλογο με περισσότερο ή λιγότερο γνωστά «παρατσούκλια» του χωριού μας, με απεριόριστο σεβασμό στη μνήμη αυτών που κάποτε τα έφεραν, μα και σ’ αυτούς που και σήμερα τα φέρουν.

Ακολουθεί κατάλογος αλφαβητικά:

Α
Αγκιστριώτης: με καταγωγή από Αγκίστρι
Αλιτζές: ο έχων κόκκινο άλογο (αλτζέ)
Αλμπάνης: πεταλωτής (αρβ.)
Αμέσης: από το «αμέσως» που έλεγε
Άνθρωπος
Άρφ
Αρκούδας: είχε παλέψει με αρκούδα
Αργέντης: Αργύρης (όνομα)
Ασβός
Άσος: δεινός πρεφαδόρος
Αράπης: είχε σκοτώσει τον επιστάτη του κτήματος Βουρβά τον καπετάν Αράπη
Αγγουράκης

Β
Βαλίβας
Βαρελάς: βαρελοποιός
Βαρελότος
Βάφης:
Βέσης: αυτιάς <βες (αρβ.) Βόγκλης: μικροκαμωμένος <βόγκ΄λιε (αρβ.) Βολίνας: από το βόλος – γκαζιά Βότσης: στο ναυτικό ήταν ιπποκόμος του ναυάρχου Βότση Βούλγαρης Βούνας: από τον παλαιστή Βούνα Βράχος: γεροδεμένος Βρόντος Βεσκούκης: αυτί κόκκινο <βες + κούκ΄ (αρβ.) Γ
Γαϊδούρης
Γαλής
Γανωτζής: γανωματής (επάγγελμα)
Γάτσης
Γάτος
Γεραμάνης
Γιάχος
Γιαννούλας: πολλοί με το επίθετο Φράγκου
Γούμενος
Γουρουνάς
Γιώργο-κίτσος: πατρογονικό
Γκ΄τσης ή Γκούτσης: γουρούνι <γκουτς (αρβ.) Γκάλεθ Γκαβούκης Γκάγκας Γκαούρης Γκαβανός Γκολιδίφραγκος Γκολιέρης Γκρούας: γυναίκα <γκρούα (αρβ.) Γύφτος: σιδεράς Δ
Δανίτσας
Δαρίας
Δηλαδής: χρησιμοποιούσε το «δηλαδή»

Ε
Ένας

Ζ
Ζας
Ζαβός & Ζαβέσα: ιδιότροπος
Ζάρκας
Ζεμόνας
Ζάνιος
Ζούβας: κοντός στο ύψος
Ζωγάς
Ζήτης: έκανε θελήματα <ζητώ <ζήτουλας Θ
Θεός
Θελοντής: εθελοντής στο στρατό

Ι
Ίτσος
Ίντας: Κρητικός στην καταγωγή
Ιταλός

Κ
Κακοσούρης
Κακαβάς
Καλιαφάκης: πολλοί με το επίθετο Μιχαλάκη
Καλκάνης
Καμπούρης: σωματικό χαρακτηριστικό
Καπάτσος: καταφερτζής
Κάλης: άλογο <κάλι (αρβ.) Κατσαβίδης Κανατσέλιας: από το επίθετο Κανάκης Κανέλος Καρίπης Κατιφές: έβαζε λουλούδι στο πέτο Κουκουβίνας Κατσαρούλας Κατσιώρας Κατσαλίρος Κατσίδες Καραμπέρης Κασέλας Κασμανέτος Κατσούλας Κένεντης: από τον Πρόεδρο Κέννεντυ Κέρλος Κεφάλας: σωματ. χαρακτηριστικό Κεφαλλονίτης: καταγωγή Κεφαλλονιά Κιούπης: πιθάρι του λαδιού «κιούπι» Κλιόκιας: έδερνε Κολίνος Κολιομεζές: κολιός < Νίκος (αρβ.) - του άρεσαν οι μεζέδες Κολιοτσούκης: ο Νίκος από την τσούκα (βουνοκορφή) Κολιέσσα: η γυναίκα του Κολιού Κοκιάνης Κοκοβιός Κ΄ρκ΄σης Κρητικός: καταγωγή Κρήτη Κοτάκας Κοταράς: είχε ορνιθοτροφείο Κουνέλας: είχε κουνέλια Κούνιας Κουδάτσης Κουλούτσης Κακόπουλος Κολιοφάνης: πατρογονικό (Νίκος – Φάνης) Κορωπιώτης: τόπος καταγωγής Κορωπί Κρούντας: πίτουρα <κρούντα (αρβ.) Κριεπετσέτας: πετσέτα στο κεφάλι < κρίε = κεφάλι (αρβ.) Κουσούνας Κιούλης: μουσταλευριά <κιούλι (αρβ.) Κολιός: Νίκος Λ
Λέλας
Λεμόνης
Λεμπέσης
Λιάτσης
Λιάκρας: χόρτα < λιάκρα (αρβ.) Λιέλης Λιολίτσης: υποκοριστικό του Γιώργου Λιοπεσώτης: τόπος καταγωγής Λιόπεσι Λίτσας Λίτας Λιούτας Λόλας Λούκης Λουγαράκης Λουρής: από τη λωρίδα της μέσης Λίγδας: βρωμιά – λίγδα Λιόπας: λιόπα < αγελάδα (αρβ.) Λώλος Λιάρεζας Μ
Μαθάρης
Μαλιώκας
Μαμάς
Μαμής
Μάγκας
Μαντούδης: τόπος καταγωγής το Μαντούδι
Μαούνας
Μαρίνης
Μαράζης: στεναχώρια, μαράζι
Μάσας
Μαστραλούδας
Μασόνης: γέρος νταής < μασόνη (αρβ.) Ματσάτσης: γάτα < μάτσα (αρβ.) Ματσέλης – Ματσέλιαινα Ματζούς ή Ματζάβαλης Μεμέτης Μητροφάνης: πατρογονικό Μπακαλιάρος Μπακατάκης Μπόλαρης Μητσάκης: υποκοριστικό του Μήτσος Μητσούρας: υποκοριστικό του Μήτσος Μητσουλίνας, Μητσουλίναινα: υποκοριστικό του Μήτσος Μουσίος Μαντάμας Μούτης: κόπρανα < μούτ (αρβ.) Μενιδιάτης: τόπος καταγωγής Μενίδι Μοναχός Μανούλας Μπαρώνης Μπαταρούλας Μπαλάφας Μπαλανιώτης Μπαλακούτας Μπαλιεστής Μπακλαβάς: αγαπούσε τον μπακλαβά Μπαγιάρ: από τον Τούρκο πολιτικό Μπινιάρης: δίδυμος < μπινιάρ (αρβ.) Μπιρμπίλης Μπίστας: ουρά < μπίστ (αρβ.) Μπόκος Μπούζας: με παχιά χείλη, χειλαράς (αρβ.) Μπίτρης Μπούμ Μπόρτζης: χρέος < μπορτς (αρβ.) Μπουντούρης Μπουμπούνας Μπουζουμπάρδης: άσπρα χείλη (αρβ.) Μπουρέλος Μπούρδας: σαχλαμάρας Μπόζντας: μουτρωμένος Μπούρλος Μπλ΄κης Μπροστόβαρος: περπατούσε σκυφτός Μπρής: κέρατο < μπρι (αρβ.) Μπράγκας Μπενέκος: παινεσιάρης Μωάμεθ Μωραΐτης: τόπος καταγωγής Μοριάς Μιμήτρος: από το Δημήτρης Ν
Νάλιος
Νάτσης: από το Θανάσης
Νασάς
Νασοκότας: ο Θανάσης που είχε κλέψει μία κότα στην Κατοχή
Νιερής: άνθρωπος < νιερί (αρβ.) Νικαρίνος: υποκοριστικό του Νίκος Νόφουλας: είχε στραβή γνάθο Νότσης Νταβέλης Ντάλος: αργά < «ντάλε – ντάλε» (αρβ.) Ντάμπος Ντάνος Νταμ – Ντούμ: ήταν κυνηγός Νταπ – Ντου Νταραμάς: παράφραση του επιθέτου Δαρεμάς Ντούμας Ντοροτός: χέρι < ντορ΄ (αρβ.) Ντόσης Ντουμπρένας Ντρούλης Νικολάτσης: υποκοριστικό του Νίκος Ξ
Ξούρας

Ο
Ουίλσον

Π
Παλαιός: πήγαινε με το παλαιό ημερολόγιο
Παναγιωτούλας
Παντελόνης
Πατσάς: κοιλαράς
Παρμέντας: αλέτρι < παρμέντα (αρβ.) Πόδιας: είχε ψηλά πόδια Ποντίκης Πορδάλας Πεζούλης: από το πεζούλι Πετάλιας Πετούρης: από το όνομα Πέτρος Πετρούκας:από το όνομα Πέτρος Πέτσος Πετσής Πετραδάκης Πιπίλας: μικρός πιπιλούσε το δάκτυλό του Πίσκος: ψάρι < πισκ (αρβ.) Πλάτσης Πλέκης Πόρδας Πιλιουράς: πίλιουρο < αγκαθωτός θάμνος για προσάναμμα (αρβ.) Παππούς Πλαστήρας: οπαδός του Πλαστήρα Πίτσουλης Πατόζας Ρ
Ραποστάρης: είχε αλευρόμυλο
Ρούκουνας
Ρουπακιάς
Ρούσβελτ

Σ
Σαγρής
Σαμακούτας
Σαμαράς: από το επάγγελμα
Σαμούρης
Σαντρέλας: είχε πάρει μία σαμπρέλλα από συμμαχικό φορτηγό
Σαρδέλλας
Σαρματζής: από το επάγγελμα
Σαραμπαμπίτσης
Σαφάκας
Σίνας
Σιμεός: από το Συμεών
Σκαθάρης
Σκαλτσάς
Σκατάς
Σκλιάς
Σκούφος
Σκοτίδης
Σκούρος: ήταν μαυριδερός
Σκουπίτσας
Σκάθης
Στρακάρης
Σκυλής: από το σκυλί
Σουλτάνας
Σουντουρούκης
Σοφούλης
Σπουρίκης
Σπρογγαλιάς
Στραβαρίδης
Στρουμπίλης: στρουμπίλια < τα σαλιγγάρια της θάλασσας Σύκας Σπυρογιάννης: πατρογονικό Τ
Τάβλας: σανίδα
Τάκας: υποκοριστικό του Τάκη
Τανάκας
Ταγκαλάτσης
Ταρίτατας
Ταρζάν
Τατάς
Τερέζας
Τίλης: από το Σωτήρης
Τζίβας: τζίβα < χόρτο Τζάμαρος Τ΄νας: (Τούνας) Τούρκος: ξενόφερτος, ξένος Τούφας Τζόλος: υποκοριστικό του Γιώργος Τζάξον Τσίνας Τζέκος Τσάκιας Τζέλης Τουρτουλίμας: < τούρτουλα < τριγόνια Τουτούλας Τρακάδας: θημωνιά των ξύλων Τρίλης Τρ΄μπόνιας: τρελάρας Τρομπλόνης Τσάγλας: φρέσκο αμύγδαλο, τσάγαλο Τσάδης Τσάμης Τσατσομοίρης: κακομοίρης Τσιάπης: τραγί <τσιάπ (αρβ.) Τσιφούτης: τσιγκούνης Τριτσιμπίδας Τσιμίτης Τσουλής: ονομαστός λήσταρχος Τζουγκράνας: τζουγκράνιζε την κιθάρα του Τσιμουχίτσας Τσίλιας: υποκοριστικό του Βασίλης Τζίτζας Τσολιομής Τσούκης Τσουρούτης: μικροσκοπικός Τσίγκρης – Τσίγκραινα Τσένης Τσαμπούνας: έπαιζε τσαμπούνα Τόνας Τυροπιτούλας Τσόκαρος Τσούφης Τζίνες Τζέμης Φ
Φαγούσας
Φανέλας: ήταν ράφτης και δούλευε με το φανελάκι
Φεντίας: φεντία < το σουβλί του τσαγκάρη Φούτσης – Φούτση: Σοφία Φιγούρας: επιδειξιομανής Φραγγούλης Φάβας: από τη φάβα Φάφαλης Φουρνέλος Φαρνατζής:από το επάγγελμα Χ
Χασιώτης: καταγωγή Χασιά
Χέστρος
Χιούης
Χρίλιος
Χατζής: είχε επισκεφθεί τους Αγ. Τόπους
Χήρας: ο γιος της χήρας

Ψ
Ψάθας
Ψαρής: είχαν γκριζάρει νωρίς τα μαλλιά του
Ψωμάς