ΠΑΛΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ


Τα επαγγέλματα εξαρτώνται από την εποχή και τις ανάγκες της. Όταν εκλείπει ο λόγος ύπαρξής τους ατονούν και σιγά – σιγά εγκαταλείπονται. Αντανακλούν όμως τις ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες μιας εποχής, αλλά και τις μεγάλες αλλαγές των δύο τελευταίων αιώνων.
Μικροεπαγγελματίες,τελάληδες και μικροπωλητές περιπλανώμενοι στους δρόμους, διαλαλώντας το εμπόρευμά τους χάθηκαν …. και μαζί τους χάθηκε η χαρακτηριστική φωνή τους, το χαμόγελό τους, η ανθρώπινη ζεστασιά. Τότε όποια δουλειά κι αν έκαναν δεν ήταν ντροπή αλλά καύχημα. Τα δημιουργήματά τους μοναδικά, χειροποίητα, φτιαγμένα με μεράκι, αγάπη και υπομονή. Γι’ αυτό ήταν τέλεια. Ευτυχώς για μας κάποια διασώθηκαν.


Κύρια απασχόληση των κατοίκων του χωριού μας ήταν η γεωργία και λιγότερο η κτηνοτροφία.
Οι γεωργοί καλλιεργούσαν τ’ αμπέλια και τις ελιές του μεσογείτικου κάμπου με τον παραδοσιακό τρόπο. Η ζωή τους ήταν δύσκολη. Από το πρωί μέχρι το βράδυ στα χωράφια. Η μετακίνηση γινόταν με σούστες και γαϊδουράκια. Σκληρή δουλειά και η παραγωγή τους στο έλεος των εμπόρων.
Οι λιγοστοί κτηνοτρόφοι που υπήρχαν εξέτρεφαν πρόβατα, κατσίκες και αγελάδες για να πουλήσουν το γάλα, το μαλλί και το κρέας τους. Κάθε σπίτι είχε τα δικά του λιγοστά ζώα για ιδίαν χρήση.
Μελισσοκόμοι υπήρχαν στην περιοχή μας, όχι κατά κύριο επάγγελμα, παρά μόνο για οικιακή κατανάλωση. Εμπορεύονταν μικρές ποσότητες εντός της τοπικής κοινωνίας.
Οι ακτήμονες κάτοικοι του χωριού, άνδρες και γυναίκες δούλευαν σαν εργάτες στους κατόχους γης.
Το 1907 σε σύνολο 257 νοικοκυριών, μόνο 12 (ποσοστό 4,67%), είχαν εκτός από την αγροτική και άλλη δραστηριότητα. Λειτουργούσαν 7 μπακάλικα – μανάβικα, 1 καφενείο, 1 οινοπωλείο, 1 τσαγκαράδικο και 2 ελαιοτριβεία.
Περνώντας όμως τα χρόνια και άλλοι επαγγελματίες δραστηριοποιήθηκαν σε τομείς, χωρίς τους οποίους δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει η τοπική κοινωνία.


Αν προσπαθήσουμε να τους κατηγοριοποιήσουμε θα διαπιστώσουμε τρεις μεγάλες κατηγορίες:
Τους μαγαζάτορες, τους πλανόδιους πωλητές, εποχικούς και μόνιμους, και όσους πρόσφεραν διάφορες υπηρεσίες.

Οι μαγαζάτορες

…ήταν όλοι όσοι είχαν μαγαζιά ή εργαστήρια στον κεντρικό δρόμο της αγοράς και αποτελούσαν τη ζωντανή οικονομία του χωριού.
Μπακάλης: πουλούσε ό,τι δεν κάλυπτε η οικιακή παραγωγή .
Χασάπης: πουλούσε ντόπια κρέατα, που τα προμηθευόταν από τους συγχωριανούς του.
Τσαγκάρης: κατασκεύαζε ή επιδιόρθωνε παπούτσια.
Φούρναρης: έψηνε τα ψωμιά, που ζύμωναν οι νοικοκυρές, σε ξυλόφουρνο ή φαγητά όταν ο σπιτικός φούρνος δεν αρκούσε. Πολύ αργότερα πουλούσε και ψωμί.
Μπαρμπέρης: κούρευε τα μαλλιά των ανδρών, τους ξύριζε και ενίοτε έκανε και τον οδοντογιατρό!!
Ράφτης: έραβε ανδρικά ρούχα.
Καφετζής: είχε καφενείο στην αγορά.
Ταβερνιάρης: είχε ταβέρνα με μεζέδες και πουλούσε κρασί.
Έμπορος: είχε εμπορικό κατάστημα με κάθε λογής εμπορεύματα.
Σιδεράς ή αλετράς ή γύφτος: στο εργαστήριό του έφτιαχνε αλέτρια, αγροτικά εργαλεία, σιδερένιες πόρτες, κάγκελα…
Μαραγκός: κατασκεύαζε πόρτες, πατζούρια, σκαμνάκια.
Σαράτσης ή χαμουρατζής: έφτιαχνε χάμουρα (λιμαριές, γκέμια, κεφαλαριές, σαμάρια, πισινέλες) για άλογα και μουλάρια.
Αλμπάνης ή πεταλωτής: έφτιαχνε και τοποθετούσε πέταλα στα άλογα και τα μουλάρια.
Λιοτριβιάρης: είχε ατμοκίνητο ελαιοτριβείο για τη σύνθλιψη των ελιών και την παραγωγή του λαδιού.
Μυλωνάς: είχε αλευρόμυλο για το άλεσμα του σταριού.
Σουμοποιός: είχε αποστακτήριο (σουμοκάζανο) που έβγαζε σούμα ή τσίπουρο από τα στέμφυλα.
Καροποιός: έφτιαχνε και επιδιόρθωνε τα κάρα και τις σούστες που ήταν τα μεταφορικά μέσα της εποχής.
Κοφινοποιός: κατασκεύαζε κόφες, κοφάκια, κοφίνια για τη συγκομιδή και τη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων, αλλά και καλάθια και πανέρια για οικιακή χρήση.
Βαρελοποιός ή Βαρελάς: κατασκεύαζε ξύλινα βαρέλια για κρασί και συντηρούσε τα παλιά.
Σαμαράς ή Σαρματζής ή Σαγματοποιός: έφτιαχνε σαμάρια για τη ράχη των υποζυγίων (γαϊδουράκια).
Φαναρτζής: κατασκεύαζε με λαμαρίνα και καλάι διάφορα είδη οικιακής χρήσης όπως μπρίκια, φανάρια, την εσωτερική επένδυση για τις ξύλινες κάσες του λαδιού, δοχεία κ.α.
Εφημεριδοπώλης: πουλούσε τον ημερήσιο ή εβδομαδιαίο τύπο της εποχής.
Καπνοπώλης: πουλούσε τσιγάρα χύμα («με το κομμάτι»).



Οι μόνιμοι πλανόδιοι πωλητές

Με τη χαρακτηριστική φωνή τους διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους στις γειτονιές. Πουλούσαν ό,τι έβρισκαν στις αγορές της Αθήνας και των γύρω περιοχών και επιδιόρθωναν παλιά έπιπλα και σκεύη.
Αυτοί ήταν οι:
Γυρολόγος: ήταν μικρέμπορος ψιλικών και στο πανέρι του είχε κλωστές, βελόνες, καρφίτσες, χρώματα για τη βαφή των νημάτων, τσιμπιδάκια, φουρκέτες κ.α.
Γανωτής ή γανωτζής: αναλάμβανε το γαλβανισμό και το στίλβωμα των χάλκινων οικιακών σκευών όπως καζάνια, ταψιά, μαχαιροπήρουνα κ.λπ. Κουβαλούσε στην πλάτη του όλα τα σύνεργα του γανώματος και τα έφτιαχνε επί τόπου.
Μανάβης: γύριζε τις γειτονιές με τη σούστα του και πουλούσε ζαρζαβατικά. Οι περισσότεροι μανάβηδες έρχονταν από το Κορωπί, το Μαρκόπουλο και το Μαραθώνα.
Κανατάς: πουλούσε πήλινα κανάτια για το νερό.
Καρεκλάς: διόρθωνε τις καρέκλες και άλλαζε τις ψάθες τους.
Ακονιστής: τρόχιζε μαχαίρια, ψαλίδια, σβανάδες και αγροτικά εργαλεία στον τροχό του που τον κουβαλούσε στην πλάτη του.
Αυγουλάς: μάζευε αυγά από τα νοικοκυριά και τα πουλούσε στην Αθήνα ή τα αντάλλασσε με μικροπράγματα οικιακής χρήσης.
Σταχτέρης: μάζευε τη στάχτη από τα τζάκια και τους φούρνους και την πουλούσε στις νοικοκυρές της Αθήνας για την μπουγάδα τους με αλισίβα.
Σαπουνάς: μάζευε τα παλιά ή χρησιμοποιημένα λάδια και επέστρεφε στις νοικοκυρές πλάκες σαπουνιού.
Πλανόδιος φωτογράφος: με τη φωτογραφική του μηχανή, στερεωμένη στο τρίποδο απαθανάτισε εικόνες του χωριού και του κάμπου μας, ανθρώπινες χαρούμενες στιγμές και τα παιδικά μας χρόνια. Ο ανώνυμος φωτογράφος έδωσε πλούσιο υλικό στην ιστορική μνήμη του τόπου μας.
Τσαμπάσης ή ζωέμπορος: αγόραζε ταλαιπωρημένα άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, τα φρόντιζε να δυναμώσουν και τα μεταπωλούσε. Επίσης αγόραζε ζωοτροφές από την τοπική παραγωγή.
Ψαράς: περνούσε πρωί – πρωί από τις γειτονιές να πουλήσει τα φρέσκα ψάρια του που αλίευε από τη θάλασσα της Λούτσας ή της Ραφήνας.

Οι εποχικοί πλανόδιοι μικρέμποροι ή πωλητές


Εμφανίζονταν στο χωριό ανάλογα με την εποχή του χρόνου και φυσικά στο πανηγύρι.
Παγοπώλης: πουλούσε κολώνες πάγου στα σπίτια τα καλοκαίρια για τα ξύλινα ψυγεία.
Ντριστιλιάρης: συγκέντρωνε τα χράμια που ύφαιναν οι νοικοκυρές και τα πήγαινε στη νεροτριβή της Λειβαδιάς για να πλυθούν και να «αφρατέψουν».
Παγωτατζής: ήταν η χαρά των παιδιών αλλά και των μεγάλων. Το χειμώνα στο καρότσι του είχε κάστανα ζεστά, μαντολάτα, μελένιο, σάμαλι, παστέλια και πολίτικο. Τα καλοκαίρια παγωτά και μαλλί της γριάς.
Γαλοπουλάς: γύρω στον τρύγο κοπάδια με γαλοπούλες εμφανίζονταν στους δρόμους του χωριού. Ο γαλοπουλάς τις οδηγούσε μ’ ένα μακρύ καλάμι για να μην του ξεφύγουν και οι νοικοκυρές έσπευδαν να αγοράσουν ώστε τα Χριστούγεννα να τις σερβίρουν στο γιορτινό τραπέζι.
Ρετσινάς: όλο το καλοκαίρι οι ρετσινάδες «χτυπούσαν» τα πεύκα και μάζευαν το ρετσίνι για να το πουλήσουν. Το ρετσίνι ήταν το κατ’ εξοχήν συστατικό της μεσογείτικης ρετσίνας.
Λαϊκοί οργανοπαίχτες: κατ’ εξοχήν αυτοδίδακτοι μουσικοί που έπαιζαν λαϊκά όργανα ( σαντούρι, κλαρίνο, λαούτο,ούτι, βιολί) και έδιναν χαρά στους γάμους, στα γλέντια και τα πανηγύρια του χωριού. Οι άνθρωποι αυτοί αποτέλεσαν τους κυριότερους φορείς της δημοτικής μας μουσικής.
Στα πανηγύρια έρχονταν οι:
Αρκουδιάρης με την αρκούδα του. Της χτυπούσε ρυθμικά το ντέφι και εκείνη έδινε την εντύπωση πως χόρευε. Τις περισσότερες φορές είχε και μια μαϊμού δεμένη στη ζώνη του.
Φιστικάς: πουλούσε φιστίκια, πασατέμπο, στραγάλια και παστέλια.
Μπαλονάς: πουλούσε πολύχρωμα μπαλόνια.
Παιχνιδάς: έστηνε πάγκο στο δρόμο και πουλούσε παιχνίδια στο πανηγύρι του χωριού.


Άλλα επαγγέλματα


Σημαντικά επαγγέλματα για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας ήταν:
Αγωγιάτης ή μεταφορέας: έκανε ιδιωτικές μεταφορές, επί πληρωμή, με τα ζώα και τη σούστα. Αργότερα με φορτηγό αυτοκίνητο. Την εποχή του τρύγου μετέφερε το μούστο στις ταβέρνες της Αθήνας.
Λεωφορειούχος: είχε ιδιωτικό λεωφορείο και μετέφερε επιβάτες από και προς την Αθήνα.
Νερουλάς: μετέφερε από πηγάδια νερό σε βαρέλι με τη σούστα του, στα σπίτια, λόγω έλλειψης δικτύου ύδρευσης.
Κτίστης: πελεκούσε τις πέτρες και έκτιζε τα σπίτια του χωριού.
Ντελάλης: περιδιάβαινε τους δρόμους και με τη δυνατή φωνή του έκανε τις τοπικές ανακοινώσεις.
Ταχυδρόμος: μοίραζε με τα πόδια ή το ποδήλατό του τα γράμματα από το μέτωπο ή «από τα ξένα». Πλέον αγαπητό πρόσωπο στην τοπική κοινωνία.
Νεκροθάφτης: φρόντιζε τους ανθρώπους για «την τελευταία τους κατοικία».
Μπογιατζής: ασβέστωνε και έβαφε τα σπίτια.
Πηγαδάς: έσκαβε και επένδυε τα πηγάδια και τις στέρνες του νερού.
Αγροφύλακας: ήταν ο άνθρωπος του νόμου υπεύθυνος για την ευνομία στο ύπαιθρο. Περιδιάβαινε με το γαϊδουράκι του τους αγρούς και πρόσεχε τις ιδιοκτησίες ενώ παρενέβαινε στις αντιδικίες που πιθανόν προέκυπταν.


Γυναικεία επαγγέλματα

Εκτός από τους άνδρες επαγγελματίες, πλανόδιους ή μη, και οι γυναίκες προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα μικρό εισόδημα ασκούσαν παράλληλα με τις οικιακές δουλειές, όταν δεν δούλευαν στα χωράφια, κάποια οικοτεχνία όπως:

Υφάντρα: ύφαινε επί παραγγελία στον αργαλειό της.
Κεντήστρα: κεντούσε «προίκες» κοριτσιών επί πληρωμή.
Μοδίστρα: έραβε γυναικεία ρούχα και νυφικά. Μάθαινε την τέχνη της σε νέα κορίτσια.
Πλέκτρια: έπλεκε σε μηχανή μάλλινα πανωφόρια όπως, πουλόβερ, ζακέτες, γιλέκα, μεσοφόρια.
Κομμώτρια: περιποιόταν τα μαλλιά των γυναικών.
Μανταρίστρα: όταν έκαναν την εμφάνισή τους στο χωριό οι νάϋλον κάλτσες, γύρω στο 1950, «έπιανε» τους πόντους που είχαν «φύγει» από τις κάλτσες.
Πλανόδια εμπόρισσα: γυρνούσε τις γειτονιές με μεγάλες πάνινες τσάντες και πουλούσε είδη για τις προίκες των κοριτσιών, σεντόνια, κουβέρτες, τραπεζομάντηλα, ρουχισμό κ.α.
Πρακτικές γυναίκες: γνώριζαν γιατροσόφια για κατάγματα, εγκαύματα, οιδήματα και πρόσφεραν τις πρώτες βοήθειες.
Πρακτικές μαίες ή μαμές: συμβούλευαν τις γυναίκες στην εγκυμοσύνη τους και τις βοηθούσαν στη γέννα.


Τα Σπάτα εκτός από γεωργούς, τεχνίτες και επαγγελματίες είχαν να επιδείξουν και ανθρώπους που από πολύ νωρίς για τα δεδομένα της εποχής τους και κάτω από άσχημες οικονομικές συνθήκες σπούδασαν και διακρίθηκαν στην κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου.
Γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί, φαρμακοποιοί, χημικοί, οδοντίατροι, μηχανικοί, καθηγητές, και δάσκαλοι είναι μερικοί από τους επιστήμονες που έκαναν το χωριό να είναι υπερήφανο γι’ αυτούς.

Οι αγρότες, οι τεχνίτες και οι επαγγελματίες των αρχών του 19ου αιώνα διαμόρφωσαν την κοινωνία μας. Άνθρωποι που καθημερινά αγωνίζονταν και μοχθούσαν για την επιβίωση της οικογένειάς τους και της κοινωνίας που ζούσαν.