ΛΟΥΤΣΑ

Η Λούτσα βρίσκεται στις ακτές του Ν. Ευβοϊκού κόλπου, 25 χιλ. ανατολικά της Αθήνας και απέχει μόλις 8 χλμ. από τα Σπάτα. Έχει μεγάλη ακτογραμμή και υπέροχες παραλίες. Την ονομασία της, Λούτσα ή Λιούτσα (αρβ. λακκούβα με νερό), την οφείλει στην ύπαρξη λίμνης ή έλους που υπήρχε στην περιοχή.
Όταν αποσπάστηκε διοικητικά από τα Σπάτα, μετονομάστηκε «΄Αρτεμις» από τα ευρήματα του ιερού της Ταυροπόλου Αρτέμιδος που ήρθαν στο φως με τις ανασκαφές της αρχαιολογικής εταιρείας το 1956-57.

Ιστορικά

Η περιοχή της Αλυκής κατοικήθηκε από το 2000 π.Χ. και αποτελούσε οικισμό γνωστό ως Αραφηνίδες Αλές του Δήμου Αραφηνίδων.
Κατά τον Ευριπίδη επιστρέφοντας ο Ορέστης με την Ιφιγένεια και το θαυματουργό ξόανο της Θεάς Αρτέμιδας από την Ταυρική χερσόνησο, αποβιβάστηκε στις Αραφανίδες Αλές, όπου ίδρυσε ναό και έστησε άγαλμα της Θεάς. Στο ιερό τελούνταν τα Ταυροπόλια, όπου συμμετείχαν χοροί κοριτσιών από γειτονικούς δήμους και γιορτή προς τιμήν του Διονύσου.Τα θεμέλια του ναού διατηρούνται σήμερα σε προφυλαγμένο και ελεγχόμενο χώρο στην κεντρική παραλία της Λούτσας, όπως επίσης και ο Βωμός της θεάς σε κοντινή απόσταση επάνω στην ακτή.

Ο οικισμός


Σύμφωνα με τη χαρτογραφική αποτύπωση του Γερμανού χαρτογράφου Kaupert, η περιοχή της Λούτσας, κατά τον 19ο αιώνα ήταν αλλού δασώδης και αλλού ερημική με λιγοστά χωράφια.
Αρχές του 20ου αιώνα αποκτά αγροτικό και κτηνοτροφικό χαρακτήρα με την εγκατάσταση Σπαταναίων κτηνοτρόφων. Στην περιοχή Λύκου-Μπούτι και στο λόφο του Αη Γιάννη συναντάμε τα σπαταναίικα κονάκια των Κατσικαίων, Σερεταίων, Τσουκαίων και άλλων. Άρχισαν να σπέρνονται τα χωράφια με δημητριακά και πολύ αργότερα φυτεύτηκαν αμπέλια.
Προπολεμικά η Λούτσα είχε ελάχιστα σπίτια. O Δημήτριος Σωτ. Μάρκου στο βιβλίο του «Μεσόγεια» περιγράφει τη Λούτσα που έζησε σαν παιδί ως εξής:
«Ήταν ήσυχη, ρομαντική, καθαρή. Οι κάτοικοί της ήταν λίγοι ψαράδες και το καλοκαίρι μόνον είχε όχι πάνω από δέκα ταβέρνες και καφενεία».
Όσοι τολμούσαν να φτάσουν, λόγω του κακοτράχαλου δρόμου, στις απίστευτης ομορφιάς παραλίες με τους ψηλούς αμμόλοφους και τα πεύκα μέχρι τη θάλασσα, νόμιζαν ότι βρίσκονταν στον Παράδεισο.
Κατά την διάρκεια της Κατοχής η ακτογραμμή της Λούτσας ναρκοθετήθηκε από τους Γερμανούς και φτιάχτηκαν οχυρωματικά έργα και υποδομές για τον κατοχικό στρατό (πυροβολεία, μαγειρεία, υδραγωγείο, κ.α.) με καταναγκαστική εργασία των Σπαταναίων κατοίκων.Τη δεκαετία του 1950 οι νάρκες εξουδετερώθηκαν από τον ελληνικό στρατό αλλά έμειναν τα πυροβολεία για να θυμίζουν τη Γερμανική κατοχή.
Στις 28 Φεβρουαρίου του 1940 έγιναν τα εγκαίνια του παράκτιου σταθμού τηλεπικοινωνιών της Λούτσας, γνωστού ως ΑΘΗΝΑΙ ΡΑΔΙΟ ή αγγλικός ασύρματος (στη θέση του Δημαρχείου Αρτέμιδος) για τη μορσική επικοινωνία με τους ναυτικούς που έκλεισε οριστικά την 30η Ιουνίου του 1998.
Το 1952 οι παλαιοί ιδιοκτησιακοί κλήροι εκατέρωθεν της σημερινής Λ. Αρτέμιδος δηλαδή από την οδό Αμφιτρίτης μέχρι την παραλία ή αλλιώς «Δωδεκάμετρος» εντάχθηκαν στο ρυμοτομικό σχέδιο. (Οι κλήροι αυτοί είχαν παραχωρηθεί από το Υπουργείο Γεωργίας στους κατοίκους των Σπάτων προπολεμικά με το σκεπτικό να έχουν οι αγρότες «ένα κομμάτι γης» για ν’ αφήνουν τα γεωργικά εργαλεία και τα ζώα τους).

Το 1953 ασφαλτοστρώθηκε ο δρόμος Σπάτων – Λούτσας και φυτεύτηκαν ευκάλυπτοι εκατέρωθεν του δρόμου μέχρι τα σημερινά φανάρια της παραλίας. Εκεί σταματούσαν και τα ελάχιστα λεωφορεία της γραμμής. Αξίζει ν’ αναφέρουμε ότι, από το 1929, ο δρόμος Σπάτων – Λούτσας ήταν χωμάτινος με τεράστιες λακκούβες και βαθιά αυλάκια από τους τροχούς των κάρων. Η σημερινή λεωφόρος Αρτέμιδος δεν υπήρχε γιατί όλη η περιοχή είχε αμμόλοφους με πεύκα και σχίνα.Η πρόσβαση προς την Αλυκή γινόταν μέσω της σημερινής οδού Υπαπαντής. Στη δεξιά πλευρά προς Βραυρώνα υπήρχε ένα μικρός χωμάτινος δρόμος που χωρούσε ένα κάρο.

Στη δεκαετία του 1960 άρχισε η ανοικοδόμηση της Αθήνας και τότε συντελέστηκε ένα (από τα πολλά) μεγάλο έγκλημα στην παραλία της Λούτσας. Σταδιακά μεγάλα φορτηγά μετέφεραν λαθραία την άμμο στην Αθήνα για το κτίσιμο των πολυκατοικιών, σε υαλουργικά εργοστάσια και σε άλλες βραχώδεις παραλίες της Αττικής (Αγία Μαρίνα). Το φυσικό περιβάλλον άλλαξε. Πεύκα και σχίνα ξεριζώθηκαν, τα πυροβολεία καταστράφηκαν.
Η ομορφότερη παραλία της Ελλάδας καταστράφηκε!
Τη δεκαετία του 1970 – κυρίως – άνθρωποι με χαμηλό εισόδημα βιοπαλαιστές από το κοντινό αστικό κέντρο, βρήκαν τη Λούτσα σαν ιδανικό μέρος για να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές τους.Η άκρατη οικοπεδοποίηση, η άναρχη δόμηση, η ανευθυνότητα των υπευθύνων και τα συμφέροντα έσβησαν για πάντα τη Λούτσα των παιδικών μας χρόνων.

Μπάνια στη Λούτσα

Ο Ιούλιος ήταν ο μήνας που δεν είχε γεωργικές δουλειές και έτσι οι κάτοικοι της κοινότητας των Σπάτων «ξέκλεβαν» καμιά βδομάδα για να κατέβουν στη Λούτσα να κάνουν τα μπάνια τους.Το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα (Άγιος Σπυρίδων) ήταν μια ωραία αφορμή για ξεκούραση και διασκέδαση.
Πήγαιναν τρεις – τέσσερις οικογένειες μαζί (το σόι) ο καθένας με τη δική του σούστα ή κάρο. Στη σούστα φόρτωναν κουρελούδες, σεντόνια, οικιακά σκεύη, γεωργικά εργαλεία, την κατσίκα, την προβατίνα για το γάλα, τις κότες, τροφές για τα ζώα και τις γλάστρες με το βασιλικό για να μη ξεραθούν.
Στη μοναδική φυσικής ομορφιάς παραλία της Λούτσας δίπλα στη θάλασσα έφτιαχναν πρόχειρες καλύβες από σχίνα, κλαδιά πεύκων και κουρελούδες.Οι γυναίκες άναβαν φωτιά και έβαζαν τον τέντζερη να φτιάξουν το φαγητό ενώ τα παιδιά έπαιζαν χαρούμενα στη θάλασσα. Τα βράδια όλοι μαζί, κατάχαμα στις κουρελούδες με τη λάμπα της ασετυλίνης, τραγουδούσαν και έλεγαν ιστορίες. Το χάραμα τους έβρισκε να κοιμούνται πάνω στ’ αυτοσχέδια ξύλινα κρεβάτια κάτω από τα πεύκα. Οι γυναίκες άρμεγαν τις κατσίκες για το γάλα των παιδιών και έψαχναν στα σχίνα για κανένα αβγουλάκι.

Σε λίγο έφτανε η ψαρόβαρκα φορτωμένη μαρίδες, γόπες, πέρκες φρέσκιες και λαχταριστές έτοιμες για το τηγάνι.
Μέχρι το 1938 οι γυναίκες έκαναν μπάνιο (για την ακρίβεια βρέχονταν) με τα μεσοφόρια και τα κομπινεζόν στην περιοχή της «κυρα-Μαρίας», ενώ οι άντρες στο Λιμανάκι. Λίγο πριν τον πόλεμο ξεκίνησαν δειλά τα μικτά μπάνια. Μετά το μπάνιο άλλοι κάθονταν κάτω από τα πεύκα και τσιμπολογούσαν και άλλοι «έμπαιναν» μέσα στην άμμο για τ’ αρθριτικά τους!
Μετά τον πόλεμο οι καλύβες αντικαταστάθηκαν από μουσαμαδένιες σκηνές και αντίσκηνα που στήνονταν κάτω από τα πεύκα και τα σανιδένια κρεβάτια με ράντζα εκστρατείας και ντιβάνια.

Όμορφα περιποιημένα καλοκαιρινά νοικοκυριά που χωρίζονταν το ένα απ’ τ’ άλλο με ασβεστωμένες πέτρες και βότσαλα.Καθαρές πολύχρωμες κουρελούδες κρέμονταν για ίσκιο, υφαντά σεντόνια κάλυπταν τα κρεβάτια και καρό υφαντό τραπεζομάντηλο στόλιζε το τραπέζι. Στη μέση του τραπεζιού η γλάστρα με το βασιλικό.
Νοικοκύρηδες, μετρημένοι, αξιοπρεπείς Άνθρωποι!!!

Ιδιαίτερη χαρά έδινε σε μικρούς και μεγάλους η βαρκάδα με την «Αστραπή» ή τον «Έρωτα» στο κοντινό νησάκι του Αγίου Νικολάου «για ν’ ανάψουν τα καντήλια». Συχνά κάθονταν σε κάποιο καφενείο της παραλίας για μια «λεϊμονάδα» ή ένα «υποβρύχιο». Οι άντρες προτιμούσαν λίγο χταποδάκι με ούζο.

Εκτός από τους παραθεριστές των λίγων ημερών, υπήρχαν κι αυτοί της μιας ημέρας («για ένα μπάνιο»). Μικροί, μεγάλοι, φίλοι και γείτονες ανέβαιναν στις καρότσες φορτηγών αυτοκινήτων, άλλοι καθιστοί στα σκαμνάκια, άλλοι όρθιοι και τραγουδώντας πήγαιναν ν’ απολαύσουν τη θάλασσα.

Όμορφα χρόνια!
Τότε το μικρό έδινε χαρά και το λίγο ικανοποίηση.
Χρόνια που έφυγαν χωρίς επιστροφή.

Η Λούτσα σήμερα

Στην απογραφή του 1960 υπήρχαν μόνον 59 σπίτια. Τις επόμενες δεκαετίες η Λούτσα μετατράπηκε σ’ ένα πολύβουο παραθεριστικό κέντρο με μόνιμες και εξοχικές κατοικίες, εμπορικά μαγαζιά, καφενεία, εστιατόρια, τράπεζες, λιμάνι για μικρά σκάφη, συλλόγους, καφετέριες …στην άμμο κ.λπ.
Σήμερα ο πληθυσμός της ανέρχεται στους 17.000 περίπου μόνιμους κατοίκους και ανήκει στον Καλλικρατικό Δήμο Σπάτων – Αρτέμιδος.

Τα ξωκκλήσια της Λούτσας

Ο Άγιος Ιωάννης, ο Νηστικός

Μεταβυζαντινό εκκλησάκι, των αρχών του 19ου αιώνα, κτίστηκε από κατοίκους των Σπάτων, σε υψόμετρο 212μ., που διέμεναν στον οικισμό της Παλαιάς Βραώνας.
Αγναντεύει από τη μια πλευρά, τη θάλασσα του Νοτίου Ευβοϊκού έως τις Κυκλάδες και από την άλλη το μεσογείτικο κάμπο, τον Υμηττό και την Πεντέλη. Γιορτάζει στις 29 Αυγούστου.

Ο Άγιος Νικόλαος, ο «εν Βουνένοις»

Σε απόσταση μισού ναυτικού μιλίου από την ακτή της παλαιάς λίμνης της Αλυκής συναντά κανείς τις νησίδες Κοκκινονήσια. Στη δυτικότερη και μεγαλύτερη εξ αυτών βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου του «εν Βουνένοις». Κτίστηκε το 1882 από το Σπυρίδωνα και την Αικατερίνη Κουλοχέρη στα ερείπια χριστιανικού ναού παλαιότερης περιόδου.
Ανατολικά του ναού διασώζονται ίχνη τάφων (επιμήκη λαξεύματα σε φυσικό βράχο) άγνωστης περιόδου. Στο βόρειο άκρο του νησιού υπάρχει φρέαρ υφάλμυρον ύδατος. Σήμερα ο ναός ανήκει στη Μονή του Οσίου Εφραίμ, έπειτα από δωρεά του Σωτηρίου Κων. Γεώργα.
Γιορτάζει στις 9 Μαΐου.

Ο Άγιος Σπυρίδων

Βρίσκεται κοντά στην παλαιά λίμνη της Αλυκής, επάνω από γραφικό κολπίσκο. Κτίστηκε το 1920 από την επιτροπή του ναού της Παναγίας των Σπάτων. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, Σπαταναίοι αγρότες δούλευαν στα χωράφια τους στην περιοχή της Αλυκής. Δίψασαν και αναζήτησαν νερό. Τότε εμφανίστηκε μπροστά τους ένας γέροντας με σκουφάκι και τους έδωσε δύο κανάτια με δροσερό νερό. Τους προέτρεψε δε, να κτίσουν εκκλησάκι στην περιοχή.
Γιορτάζει στις 12 Δεκεμβρίου, του Αγίου Σπυρίδωνος και στις 27 Ιουλίου του Αγίου Παντελεήμονος.

Ο Άγιος Σεραφείμ

Το ξωκκλήσι του Αγίου Σεραφείμ βρίσκεται έξι χιλιόμετρα ανατολικά του οικισμού των Σπάτων (στην περιοχή Βελανιδέζα). Κτίστηκε το 1923 από κατοίκους των Σπάτων εκπληρώνοντας το «τάμα» τους στον Άγιο.
Το 1923 η περιοχή της Βελανιδέζας ήταν νεοφυτεμένη με αμπέλια. Η καταστροφή ήταν αναπόφευκτη από μία επιδρομή ακρίδων, που στο πέρασμά τους κατέτρωγαν τα πάντα. Η προσπάθεια των Σπαταναίων αμπελοκαλλιεργητών, παρά την υποστήριξη του Υπουργείου Γεωργίας, απέβη άκαρπη. Στην απόγνωσή τους οι Σπαταναίοι αγρότες άκουσαν ότι σε κάποιο μοναστήρι της Λειβαδιάς (Ιερά Μονή Δομβού) φυλασσόταν η κάρα του Αγίου Σεραφείμ, προστάτη των αμπελουργών, και αποφάσισαν να ζητήσουν τη βοήθειά του. Μετέφεραν την κάρα του Αγίου και λιτάνευσαν όλο τον κάμπο. Οι μαρτυρίες των παλαιοτέρων αναφέρουν ότι απ’ όπου περνούσε η πομπή, τα σμήνη της ακρίδας έπεφταν στη γη και ο αέρας τα έσπρωχνε στη θάλασσα. Λέγεται ότι η θάλασσα της Λούτσας γέμισε με ακρίδες. Θεωρήθηκε μεγάλο θαύμα και οι Σπαταναίοι αμπελοκαλλιεργητές έκτισαν ναό στη χάρη Του. Την 6η Μαΐου, ημέρα εορτής του Αγίου, οι αμπελουργοί τελούν ειδικό αγιασμό, μέχρι σήμερα, με τον οποίο στη συνέχεια ραντίζουν τ’ αμπέλια τους.
Σύμφωνα με την παράδοση ο ναός κτίστηκε επάνω σε ερείπια παλαιότερου ναού. Σώζονται δύο αράβδωτοι κίονες στον αυλόγυρο, πιθανότατα παλαιοχριστιανικής εποχής.

Η Υπαπαντή

Σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από την παλαιά λίμνη της Αλυκής και δυτικά του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα, βρίσκεται ο ναός της Υπαπαντής και της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Χριστού.
Άρχισε να κτίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1920 από κατοίκους των Σπάτων. Η ύπαρξη μαρμάρινου σταυρού με χαραγμένη επάνω του τη χρονολογία 1931 μαρτυρά το έτος αποπεράτωσης του ναού.
Γιορτάζει στις 2 Φεβρουαρίου και στις 6 Αυγούστου.

Τα ξωκκλήσια Σπάτων – Αρτέμιδος περιλαμβάνονται στο βιβλίο – λεύκωμα «’Εν ’Εκκλησίαις ευλογείτε τόν Θεόν» που εκδόθηκε το 2010 από το σύλλογό μας σαν μια σπουδαία κατάθεση στο ταμείο της συλλογικής μνήμης και της συνείδησης του τόπου μας.

Τα ξωκκλήσια μας είναι τόποι προσευχής και περισυλλογής, είναι πνευματικές νησίδες σ’ ένα κόσμο που δοκιμάζεται οικονομικά, πολιτιστικά και ηθικά.
Χρέος των υπευθύνων αλλά και όλων μας είναι να τα διαφυλάξουμε και να τα προστατεύσουμε από βέβηλες, κακότεχνες και κακόγουστες παρεμβάσεις!!!