Αντικείμενα με ιστορία

Στην ενότητα αυτή περιλαμβάνονται φωτογραφίες από παλαιά αντικείμενα,που εξυπηρετούσαν την καθημερινότητα των ανθρώπων και βρίσκονται σε λίγα, δυστυχώς, σπίτια των Σπάτων. Τα μικρά αυτά ταπεινά, «ασήμαντα και παρωχημένα» για πολλούς, αντικείμενα ανακαλούν στη μνήμη μας πρόσωπα, συμβάντα και στιγμές.
Τα παλιά αντικείμενα αφηγούνται ιστορία και ιστορίες.

Το γραμμόφωνο


Το γραμμόφωνο ήταν η κύρια μουσική, ψυχαγωγική συσκευή του περασμένου αιώνα μετά τα μουσικά όργανα πίπιζες και νταούλια.
Ήταν η εξέλιξη του φωνογράφου και έπαιζε μουσική με δίσκους-πλάκες 78 στροφών, κατασκευασμένες από σκληρό λάστιχο και ηχογραφημένες μόνο από τη μια πλευρά. Λειτουργούσε χειροκίνητα με τη βοήθεια μιας μανιβέλας ενώ ο ήχος έβγαινε από το χωνί.
Στο χωριό μας λίγα σπίτια είχαν γραμμόφωνα με τα οποία γλεντούσαν στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, τα έπαιρναν μαζί τους στα υπαίθρια πανηγύρια αλλά και στις εξοχικές καλύβες της Λούτσας τα καλοκαίρια.


Το ραδιόφωνο


Το πρώτο ραδιογραμμόφωνο λειτούργησε στα Σπάτα στο καφενείο του Διαγγελάκη το 1933, όπου μαζεύονταν οι θαμώνες για να ακούσουν τις ειδήσεις αλλά και μουσική.
Πριν τον Πόλεμο, το ραδιόφωνο θεωρείτο είδος πολυτελείας και υπήρχε μόνο σε λίγα σπίτια.
Ο Κρατικός Ραδιοφωνικός Σταθμός (ΥΡΕ) εξέπεμπψε επίσημα για πρώτη φορά το 1938 και ο κάτοχος ραδιοφώνου έπρεπε να γίνει συνδρομητής πληρώνοντας φόρο για κάθε συσκευή που διέθετε. Σε περίπτωση βλάβης ή πένθους, με δήλωσή του στο ΥΡΕ, η συσκευή σφραγιζόταν και απαλλασσόταν του φόρου μέχρι να επισκευαστεί ή να παρέλθει το πένθος.
Τη δεκαετία του ’50 η χρήση του γενικεύτηκε και προσφερόταν σαν δώρο γάμου στα νιόπανδρα ζευγάρια.


Το πικάπ


Το πικάπ ήταν η εξέλιξη του γραμμόφωνου. Ήταν φορητό και εύκολο στη μεταφορά γιατί έμοιαζε με βαλιτσάκι. Λειτουργούσε με ηλεκτρικό ρεύμα αλλά και με μπαταρίες και έπαιζε δισκάκια βινυλίου 45 και 78 στροφών και αργότερα δίσκους 33 στροφών. Στη δεκαετία του ’60 συναντάμε το πικάπ και ενσωματωμένο σε έπιπλο-μπαράκι…
Οι παλαιότεροι θα θυμούνται πως στα νεανικά πάρτυ του ’60 και του ’70, όταν στο ημίφως της σάλας χορεύαμε τα μπλούζ, τα γιάνκα και τα σέικ πίνοντας βερμούτ, το πικάπ και ο νεαρός που έβαζε τους δίσκους έκλεβαν την παράσταση. Ούτε λίγο, ούτε πολύ ήταν τα κυρίαρχα στοιχεία επιτυχίας των πάρτυ.
Αλίμονο όμως όταν κολλούσε η βελόνα…


Το κεντημένο αλφάβητο-δειγματολόγιο


Κεντημένο αλφάβητο ή δειγματολόγιο σε λεπτό ύφασμα που μοιάζει με μαλακή γάζα ή ‘‘τουλουπάνι’’.
Τα δειγματολόγια αποτελούσαν για τα κορίτσια, 6-12 χρόνων, τον κυριότερο τρόπο εκπαίδευσης και εκμάθησης του κεντήματος και ειδικά της τεχνικής της σταυροβελονιάς, στο σπίτι ή στο σχολείο τον προηγούμενο αιώνα. Παράλληλα με το κέντημα συνδύαζαν την εκμάθηση της γραφής, της ανάγνωσης και του μετρήματος. Μεγαλώνοντας μαρκάριζαν με τα αρχικά του ονόματός τους τα ασπρόρουχα της προίκας τους, τα εσώρουχα και τις πετσέτες του αργαλειού για να ξεχωρίζουν στις κοινές πλύσεις που συνηθίζονταν τότε.
Στο δειγματολόγιο υπάρχει, συνήθως, στο κάτω μέρος το όνομα και το επίθετο, η χρονολογία και άλλες σημαντικές ημερομηνίες της ζωής της κοπέλας που το κέντησε. Το συγκεκριμένο είναι έργο της Γεωργίας Μάρκου, χρονολογείται το 1916 και έχει υποστεί φθορά λόγω της μακρόχρονης χρήσης του σαν διακοσμητικό μαξιλαράκι.


Το κάδρο με το άλογο


Το κάδρο με το κεντημένο άλογο ήταν από τα πιό αγαπημένα θέματα στις γυναίκες του χωριού και δέσποζε κρεμασμένο στον τοίχο της σάλας σε περίοπτη θέση.
Το άλογο αποτελούσε για τον ιδιοκτήτη του οικονομική δύναμη και όχι μόνο, ήταν φίλος, σύντροφος και βοηθός στις αγροτικές δουλειές και άμεσα συνδεδεμένο με την προκοπή του σπιτιού.
Το συγκεκριμένο έχει κεντηθεί στις αρχές του 20ου αι. σε καμβά, με γήινα χρώματα, ενώ έχει αποδοθεί πολύ καλά η ρώμη, η περηφάνεια, ο καλπασμός και βέβαια όλες οι λεπτομέρειες της σέλας και των χαϊμαλιών του.
Φέρει τα αρχικά του ονόματος της κεντήστρας Α.Ν.(Αντωνία Νιαστή) και είναι έργο του 1915.


Διακοσμητικά πιάτα τοίχου


Τα πορσελάνινα διακοσμητικά πιάτα τοίχου ήταν πολύ της μόδας τη δεκαετία του 1950. Προσφέρονταν σαν δώρα γάμου, αρραβώνα και στις ονομαστικές γιορτές, πολλές φορές, γεμάτα με γλυκά.
Ο ρομαντικός διάκοσμός τους ήταν εμπνευσμένος από σκηνές στην εξοχή της αριστοκρατικής τάξης της Ευρώπης. Οι φίνες πορσελάνες με τις χρυσές λεπτομέρειες και τα έντονα χρώματα ήταν δημιουργίες γνωστών γαλλικών και γερμανικών οίκων όπως Bavaria, Kaizer, Limoges και Rozenthal.


Οινοδοχεία σερβιρίσματος κρασιού

Η μισή, το καρτούτσο και το κατοσταράκι ήταν τα χρωματιστά τσίγγινα δοχεία σερβιρίσματος του κρασιού στις ταβέρνες του χωριού. Παράλληλα αποτελούσαν και το μέτρο της παραγγελίας του πελάτη στον ταβερνιάρη. ‘‘Πιάσε μιά μισή’’ έλεγαν, για να συνοδεύσουν το μεζέ.
Η χωρητικότητά τους ήταν συγκεκριμένη και ο ταβερνιάρης έπρεπε να τα γεμίζει ξέχειλα. Αν ‘‘έκλεβε’’ και γινόταν αντιληπτό από τους πελάτες, δικαιολογούσε την ‘‘κλεψιά’’ λέγοντας ότι σκόνταψε ή ότι πάτησε την ποδιά του και του χύθηκε το κρασί!!!
Η μισή χωρούσε μισή οκά(μεγάλο), το καρτούτσο ή παραφρασμένα κατρούτσο χωρούσε το ¼ της οκάς(μεσαίο) και το κατοσταράκι 100 δράμια (μικρό).
Τα συναντάμε ακόμη και σήμερα σε κάποια ταβερνάκια που σερβίρουν χύμα κρασί.